Το πρόβλημα της μετανάστευσης, νόμιμης και παράνομης, επιχείρησαν να «εικονογραφήσουν» σε πολυσέλιδη απόρρητη έκθεσή τους τα μέλη μιας ομάδας εργασίας επιτελών αξιωματικών του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, την οποία τιτλοφόρησαν ως εξής: «Έρευνα για το Πρόβλημα της Παράνομης Μετανάστευσης στην Ελλάδα». Καθώς το μεταναστευτικό είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του 21ου αιώνα, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς προετοιμάζονται να το διαχειριστούν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους. Και το ενδιαφέρον οιστρηλατείται ευθύς εξαρχής, όπως φαίνεται και σε σχετικό πίνακα, από την πρόβλεψη για τη διόγκωση του φαινομένου στα αμέσως επόμενα χρόνια.

Στο κεφάλαιο για την «Εκτίμηση Μεγέθους του Προβλήματος», διαβάζουμε πως «προκύπτει ότι ο αριθμός των μεταναστών το 2014 θα είναι 2.142.348, εκ των οποίων οι 1.219.089 μη νόμιμοι» και σε άλλο σημείο, σ’ αυτό που τιτλοφορείται ως «Εκτίμηση Απειλής», αναφέρεται ότι «σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ, ο πληθυσμός της Ελλάδας το έτος 2015 θα είναι περίπου 14 εκατομμύρια, εκ των οποίων ποσοστό άνω του 20% θα είναι αλλοδαποί».

Οι επαΐοντες τεχνοκράτες της ΕΛ.ΑΣ. σημειώνουν στο μακροσκελέστατο πόνημά τους πως «το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης αποτελεί ένα μακροχρόνιο διεθνές φαινόμενο που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και δεν φαίνεται ότι πρόκειται να σταματήσει τα επόμενα χρόνια.

Οι κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές σε περιφέρειες στην υδρόγειο (Ιράκ, Ιράν, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Σομαλία, Ερυθραία, Νιγηρία κ.λπ.) – δεν είχαν προκληθεί ακόμη οι αλυσιδωτές εξεγέρσεις και συρράξεις που εξακολουθούν να μαίνονται με επίκεντρο τη Λιβύη – καθώς και η παγκόσμια οικονομική κρίση ενδεχομένως θα συντελέσουν στην ποσοτική αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος».

Το πρόβλημα κατά τους ειδήμονες που σπεύδουν να καλύψουν το ιστορικό κενό προοιωνίζοντάς το, «θα παραμείνει για όσο καιρό υφίστανται οι πολιτικές αναταραχές, οι οικονομικές ανισότητες και οι ανισότητες στο επίπεδο διαβίωσης των πολιτών ανάμεσα στα αναπτυγμένα οικονομικά κράτη και στα κράτη του λεγόμενου “τρίτου κόσμου”. Ειδικότερα για την Ελλάδα, από μόνη της η πρώτη γενιά μεταναστών που διατηρεί δίκτυα επαφών και σχέσεων με τις χώρες προέλευσής τους, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την είσοδο νέων μεταναστών (που ενημερώνονται από τους ήδη υπάρχοντες μετανάστες) που έρχονται στη χώρα γνωρίζοντας ότι θα εισέλθουν και θα παραμείνουν παράνομα. Ο βασικότερος λοιπόν παράγοντας που συμβάλλει στο πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης, είναι οι ίδιες οι εσωτερικές συνθήκες στη χώρα μας που ευνοούν την παράνομη είσοδο και παραμονή, καθώς το ρίσκο σύλληψης και επαναπατρισμού είναι μικρό».

Ως προς τους μετανάστες 2ης και 3ης γενιάς, το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει για τους ερευνητές της ΕΛ.ΑΣ., σε γενικό τουλάχιστον επίπεδο, όπως σημειώνουν, είναι ότι «σε όλες τις χώρες παρατηρείται αναμφισβήτητα μεγαλύτερη εμπλοκή στην παραβατικότητα, αντικοινωνική συμπεριφορά και εγκληματικότητα συγκριτικά με την πρώτη γενιά. Από τις υπάρχουσες μελέτες διαφαίνεται ότι η μεγαλύτερη πολιτισμική ενσωμάτωση της 2ης γενιάς μεταναστών, η ευρεία συμμετοχή της στο εκπαιδευτικό σύστημα, η γνώση της γλώσσας και η διαμόρφωση συλλογικοτήτων, ακόμη και η εμφανής καλυτέρευση των υλικών συνθηκών διαβίωσης δεν οδηγεί αυτόματα στη μείωση της εγκληματικότητας και παραβατικότητας, όπως θα προσδοκούσε μια κοινωνιολογικά ντετερμινιστική αντίληψη.

Η αύξηση των προσδοκιών, η μεταβολή της καταναλωτικής συμπεριφοράς, η επιβολή από τα ΜΜΕ άλλων αξιακών προτύπων και προταγμάτων έχουν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ανάλογης συνείδησης και συνθηκών διεκδίκησης βασικών δικαιωμάτων από τη 2η γενιά των μεταναστών, η οποία βιώνει πολύ διαφορετικά την αποστέρηση. Επειδή στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη ανδρωθεί μια “πραγματική” 2η γενιά μεταναστών που να έχουν γεννηθεί στη χώρα, εκτιμάται ότι τα χειρότερα δεν έχουν έρθει αλλά έπονται».

Οι συντάκτες της εξαιρετικού ενδιαφέροντος για πολυποίκιλους λόγους έκθεσης, διαπιστώνουν κάτι που ως γεγονός έχει εδραιωθεί στη δημόσια γνώμη και συνείδηση. «Από τη δεκαετία του ’90, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού» γράφουν «άρχισε να συρρέει μαζικός αριθμός αλλοδαπών που προέρχονταν κυρίως από τα Βαλκάνια αλλά και από άλλες Ασιατικές και Αφρικανικές χώρες, οι οποίες παρουσίαζαν σοβαρά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα. Στην αρχή του 21ου αιώνα η Ελλάδα είναι πλέον μία χώρα στην οποία κατοικεί και εργάζεται σημαντικός αριθμός αλλοδαπών μεταναστών.

Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της απογραφής του 2001, στη χώρα ζουν περίπου 760.000 αλλοδαποί, αριθμός που αποτελεί το 8% του πληθυσμού και ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος). Ο αριθμός αυτός γίνεται ακόμη μεγαλύτερος, σύμφωνα με ερευνητικές μελέτες (Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής), καθώς υφίσταται ένα σημαντικό ποσοστό μεταναστών (σχεδόν το 50% του προαναφερόμενου αριθμού) οι οποίοι εργάζονται και διαμένουν παράνομα στη χώρα. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΥΣΕ, κατά το 2001, για τη γεωγραφική κατανομή των αλλοδαπών, παρά τη διασπορά τους σε όλη την Ελλάδα, παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωσή τους σε ορισμένες περιφέρειες της χώρας, ειδικότερα στην περιφέρεια της πρωτεύουσας όπου καταγράφηκε το 47,26% του συνόλου των αλλοδαπών. Ακολουθούν η Μακεδονία με 15,8%, η Πελοπόννησος με 7,07%, η Στερεά Ελλάδα και η Εύβοια με 6,15%, τα Νησιά του Αιγαίου με 5,13%, η Κρήτη με 5,7%, η Θεσσαλία με 4,23%, τα Ιόνια Νησιά με 2,57%, η Ήπειρος με 2,14% και τελευταία η Θράκη με 0,72%. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση στα αστικά κέντρα, ενώ αντίθετα οι άνδρες συγκεντρώνονται σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από έντονη γεωργική δραστηριότητα».

Για το κέντρο της Αθήνας ειδικά, «διαπιστώνεται η υπερβολική συσσώρευση όπου διαμένουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (προβλήματα υγιεινής). Ουσιαστικά καταλαμβάνουν οποιαδήποτε κτίρια παραμένουν εγκαταλελειμμένα τα οποία και διατηρούν σε κακή κατάσταση. Κάτοικοι των περιοχών αυτών καταγγέλλουν καθημερινά το πρόβλημα, επισημαίνοντας μάλιστα την ανάπτυξη παραβατικών συμπεριφορών εκ μέρους των μεταναστών που συσσωρεύονται εκεί (επιδιδόμενοι κυρίως σε μικροπαραβάσεις κατά της ιδιοκτησίας, σε πορνεία, διακίνηση ναρκωτικών, παραεμπόριο κ.λπ.)».

Στο κεφάλαιο για την εκτίμηση του αριθμού των μεταναστών αναφέρουν ότι «μετά από αρκετά χρόνια μαζικής παράνομης μετανάστευσης που συνοδεύτηκε από απελάσεις, η Ελλάδα έθεσε σε εφαρμογή, το 1997, το πρώτο πρόγραμμα νομιμοποίησης των παράνομων μεταναστών. Η Λευκή Κάρτα, διάρκειας 6 μηνών, δόθηκε σε όλους σχεδόν τους 327.000 υποψηφίους και προσέφερε εκείνη τη χρονική στιγμή τα μόνα αξιόπιστα στοιχεία για τους μετανάστες. Στο πρόγραμμα που ακολούθησε, η Πράσινη Κάρτα είχε διάρκεια 1-3 έτη με 228.000 υποψηφίους.
Ο νόμος για τους μετανάστες το 2001 (Ν.2910/2001) συνοδεύτηκε από ακόμα μια νομιμοποίηση. Η Απογραφή του 2001 παρέχει τον αριθμό 762.000 εγγεγραμμένων αλλοδαπών που βρίσκονται στη χώρα χωρίς Ελληνική υπηκοότητα. Επίσης καταγράφεται ένας επιπλέον πληθυσμός 161.259 ατόμων, ο οποίος αιτήθηκε την υπαγωγή του στους νόμους Ν. 3386/05 και 3536/07, τους νόμους σχετικά με την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια.

Έτσι ο συνολικός πληθυσμός των μεταναστών οι οποίοι διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα, ανήλθε το 2005 συνολικά στους 923.259. Μετά από πέντε χρόνια συλλήψεων, απελάσεων και επαναπροωθήσεων ο αριθμός των μεταναστών στο τέλος του 2010, όπως προκύπτει και από τον παρακάτω πίνακα, ισούται με 1.400.622. Από αυτούς μόνο οι 477.363 είναι οι μη νόμιμοι μετανάστες. Ειδικότερα, οι μη νόμιμοι οικονομικοί μετανάστες, στο ξεκίνημά τους από τη χώρα τους ή στη διαδρομή, ενημερώνονται κυρίως από τους διακινητές για μια σειρά “δικαιωμάτων και τεχνασμάτων”, που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να αποφύγουν τη σύλληψη και την απέλασή τους, μέχρι να φθάσουν στη χώρα προορισμού.

Η Ελλάδα προτιμάται για πλείστους λόγους (γεωγραφικής θέσης, αναποτελεσματικοί – χρονοβόροι μηχανισμοί ελέγχου, κράτησης, εξέτασης αιτημάτων ασύλου, απέλασης κ.λπ.), ως χώρα διέλευσης, κυρίως μέσω Πάτρας – Ηγουμενίτσας και δευτερευόντως μέσω περιφερειακών αεροδρομίων (πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα – πτήσεις τσάρτερ). Σημαντικός αριθμός από τους παράνομους μετανάστες εντοπίζεται στην ελληνική επικράτεια, ενώ όσοι καταφέρουν να διαφύγουν τον εντοπισμό τους από τις Ελληνικές Αστυνομικές και Λιμενικές αρχές, θα συνεχίσουν το “ταξίδι” τους για την υπόλοιπη Ευρώπη, με διαφόρους τρόπους διαφυγής, είτε με πλαστά έγγραφα είτε βοηθούμενοι από διακινητές, από τα χερσαία ή θαλάσσια σύνορα».

strategyreport

Νεολαία ΛΑ.Ο.Σ