Οι σελίδες που ακολουθούν αποκαλύπτουν, με ολοκληρωτικό σεβασμό προς την αλήθεια, τα γεγονότα που έχουν σχέση με τη δανική βασιλική οικογένεια, με τον ιδρυτή της ελληνικής δυναστείας Γεώργιο Α’ και με τις ρίζες τους.

Ενώ ο απόηχος των – υποκινημένων από τα συμφέροντα των «Προστατριών Δυνάμεων» – κραυγών λύσσας, με τις oποίες απομακρύνθηκε από την πρόσφατα λευτερωμένη χώρα ο ανίατα και ισόβια ελληνολάτρης βασιλιάς Όθωνας δεν είχε ακόμα σβήσει, τριμελής επιτροπή της εθνικής Συνέλευσης, αποτελούμενη από τους Κων. Κανάρη, Θρασ. Ζαΐμη και Δημ. Γρίβα, ταξίδεψε στην Κοπεγχάγη (Απρίλιος 1863), για να προσφέρει το ελληνικό στέμμα στο δευτερότοκο γιο του διαδόχου του θρόνου της Δανίας Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο, μετά την άρνηση της βασίλισσας Βικτορίας της Μεγάλης Βρετανίας να αποδεχτεί την αρχική πρόταση, που αφορούσε στον – επίσης δευτερότοκο – γιο της Ερνέστο – Αλβέρτο – Αλφρέδο.

Ένα βασιλόπουλο του βορρά, που δεν είχε ακόμα συμπληρώσει τα δεκαοχτώ του χρόνια, δόκιμος στη Σχολή Πολεμικού Ναυτικού της χώρας του, έμελλε να κληθεί να βασιλεύσει στη χώρα του Κόδρου, του Λεωνίδα, του Φίλιππου, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – Δραγάση και να ξανά συνδέσει το εκτυφλωτικά λαμπρό παρελθόν της και το ανήσυχο, οδυνηρό και φορτωμένο αγωνιά παρόν με δεσμούς αίματος, αφού ήταν απόγονος των βυζαντινών αυτοκρατόρων.

«Όπως πληροφόρησε τον Κανάρη ο υπουργός Εξωτερικών της Δανίας Χάλ, όταν ο πατέρας του ρώτησε τον Γεώργιο αν επιθυμούσε να βασιλεύσει στην Ελλάδα, εκείνος αποκρίθηκε: «Και πολύ μάλιστα. θα ήθελα να βρεθώ κοντά στους Έλληνες το συντομότερο. Και αν τυχόν εσείς με εμποδίζατε, θα περίμενα να ενηλικιωθώ και θα πήγαινα μόνος μου, για να φωνάξω σε όλους: «Με καλέσατε να έλθω και είμαι εδώ. Ο Θεός σας είναι και δικός μου και η πατρίδα σας πατρίδα μου!» .

Η χώρα του περιούσιου λαού – του ελληνικού – αιώνες ολόκληρους είχε χύσει ποτάμι τα δάκρυα για την απώλεια της επτάλοφης Βασιλίδας, αλλά διατήρησε ατόφια στη μνήμη και στην ψυχή της την ελπίδα και το όραμα για την «ανάσταση» και την ανάκτηση της στο θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά. Και ίσως, παρά το θολωμένο από τα δάκρυα βλέμμα της, να ξεχώριζε μέσα στην αιμάτινη άχλη του παρελθόντος τα τρία καράβια, που απομακρύνονταν, προστατευμένα από τον πυκνούφαντο μαύρο μανδύα της νύχτας, από τον Κεράτιο κόλπο, για να μεταφέρουν στην – ουσιαστικά υπεύθυνη για την τραγωδία της Βασιλεύουσας – παπική Εσπερία τα άγια των αγίων της φυλής. Ένα απ’αυτά τα πλεούμενα θα μετέφερε μακριά από το σφαγιαστικό όργιο των πορθητών, από το θρήνο, τους κοπετούς και τις κατάρες της Βασιλεύουσας έναν έφηβο πορφυρογέννητο, που στις φλέβες του έρεε το αίμα των Μακεδόνων, των Κομνηνών, των Αγγέλων, των Δουκών και των Παλαιολόγων.

Ένα πριγκιπόπουλο που έμελλε να «μεταγγίσει» στο βασιλικό δέντρο της Δανίας – αλλά και άλλων ευρωπαϊκών δυναστειών – το γνήσια ελληνικό αίμα των τελευταίων βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Τέσσερις αιώνες αργότερα ένας γόνος εκείνου του πριγκιπόπουλου, εκτελώντας πειθήνια εντολή του πεπρωμένου, θα έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού, όχι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά στο διάδοχο «σχήμα» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: στο Βασίλειο της Ελλάδας και στην πόλη της Αθηνάς.

Όταν ο λευκόμαλλος Ψαριανός πυρπολητής προσφωνούσε τον Δανό πρίγκιπα («Μεγαλειότατε, ευλογώ τον Θεόν, διότι κατά το γήρας μου ηξίωσε να μου επιφυλάξη την ευτυχίαν να χαιρετήσω την Μεγαλειότητά σου ως Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιον Α’»), ο σεμνός εκείνος, άτρομος και χαλκέντερος θαλασσόλυκος δεν ήταν δυνατό να φανταστεί ότι απευθυνόταν σε απόγονο των βασιλιάδων του τρισένδοξου ελληνικού παρελθόντος.

Δεν πρόκειται για έωλο ισχυρισμό η για αποκύημα της φαντασίας. Οι μακροχρόνιες, σχολαστικές, επιμελημένες μελέτες αξιολογότατων ιστορικών ερευνητών και της αλλοδαπής και της ημεδαπής οδήγησαν στο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης συμπέρασμα, ότι τόσο η δανική βασιλική οικογένεια, όσο και η ελληνική δυναστεία του Γεωργίου Α’ όχι μόνο δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις μικρόψυχες «γκλυξμπουργκικές» κακοήθειες, αλλά αντίθετα, έχουν βυζαντινές – και συνεπώς – ελληνικές ρίζες, καταγωγή και προέλευση.

Το 1863, την ίδια χρονιά που η χώρα πρόσφερε το στέμμα της στον Γεώργιο, ο Δανός ερευνητής Κ. Laghorn κατάστρωσε, ύστερα από πολύπλευρη μελέτη, γενεαλογικό πίνακα, τον οποίο μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ο καθηγητής της Λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Στέφανος Α. Κουμανούδης, που δίδαξε τη γλώσσα μας στο νεαρό βασιλιά. Πίνακας, μετάφραση, στοιχεία και σημειώσεις περιήλθαν αργότερα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, που δημοσίευσε εκλογή τους στο φερώνυμο Δελτίο της. Σύμφωνα με τον πίνακα του Laghorn μακρινός γενάρχης του Γεωργίου ήταν ο αυτοκράτορας Μιχαήλ (1263-83), της δυναστείας των Παλαιολόγων.

Εξήντα χρόνια αργότερα ο Βιεννέζος ιστοριοδίφης βαρόνος Α. Dungern συνέχισε τις σχετικές έρευνες και συμφώνησε ως προς το πρόσωπο του γενάρχη, ενώ ο Κωνσταντίνος. Αθ. Βερναρδάκης – φιλολογικό ψευδώνυμο «Ιχνηλάτης» – υποστήριξε ότι οι ρίζες της ελληνικής δυναστείας ανάγονται στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα.

Ωστόσο, είχαν προηγηθεί σε χρόνο ανύποπτο έρευνες στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Ίμβρου του Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανού του Ιμβρίου, ο όποιος, στηριζόμενος σε βιβλία και χειρόγραφα, περιέλαβε στα απομνημονεύματά του το συμπέρασμα του, ότι η δανική βασιλική οικογένεια είχε το ίδιο αίμα με εκείνο που είχε χυθεί στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού την αποφράδα εκείνη νύχτα της 29ης Μαΐου του 1453.

Με επιμονή και με πολύμηνη αναδρομή σε σωρεία πηγών ο βαρόνος Dungern κατόρθωσε να ανασυνθέσει το οικογενειακό δέντρο του Γεωργίου, που διακλαδιζόμενο έφτανε ίσαμε τους απώτερους χρόνους της ρωμαλέας ακμής του ελληνισμού, ενώ οι ρίζες του βυθίζονταν στους αυτοκρατορικούς οίκους των Μακεδόνων, των Κομνηνών, των Αγγέλων, των Δουκών και των Παλαιολόγων, μην αφήνοντας – χάρη στη σχολαστικότητα και συστηματικότητα της εργασίας του – περιθώρια για αμφιβολίες και αμφισβητήσεις. Ο ίδιος τονίζει στο κείμενο που συνόδευε το «δέντρο»:

«Ο σημερινός ελληνισμός είναι κατά βάθος ίδιος και απαράλλαχτος με τον πριν από δύο χιλιετίες εαυτό του. Και είναι καταγέλαστη η προσπάθεια να υποστηριχτεί πως η ελληνική φυλή έχει δήθεν υποστεί στη διαδρομή των αιώνων τέτοια νόθευση, εξαιτίας εισβολών και κατακτήσεων, που να έχει αλλοιωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στα βασικά της χαρακτηριστικά. Είναι καταφανέστατος και αδιαμφισβήτητος ο δεσμός αίματος των σύγχρονων Ελλήνων με τους μακρινούς προγόνους τους. Εξυπακούεται ότι δεν είναι εφικτό να ιχνηλατηθεί η πορεία μιας συγκεκριμένης οικογένειας σε χρονικό μήκος χιλιετιών, αλλά η εργασία αυτή είναι δυνατή, όταν πρόκειται για βασιλικούς οίκους και για διάστημα μερικών εκατονταετιών. Πολύ περισσότερο, όταν επιδιώκεται η ανασύνθεση του οικογενειακού δέντρου βυζαντινής δυναστείας, αφού όλες συνδέονταν με τις προηγούμενες με οικογενειακούς δεσμούς: κάθε δυναστεία που ανέβαινε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Βασιλίδας επιδίωκε να συνδέσει και το αίμα και την ιστορική πορεία της με παλιότερη η παλιότερες, ώστε να στηρίζεται και σε κληρονομικό δικαίωμα η αναρρίχηση των μελών της στο ανώτατο αξίωμα του κράτους. Οι Μακεδόνες, λόγου χάρη, είχαν συγγενικούς «εξ αίματος» δεσμούς με τους Κομνηνούς, με τους Αγγέλους, με τους Δούκες και με τους Παλαιολόγους. Οι δεσμοί αυτοί δημιουργούνταν με γάμους και με τους κατιόντες, με συνέπεια και οι πέντε αυτοκρατορικοί οίκοι του Βυζαντίου που προαναφέρθηκαν να βρίσκονται – πέρα από κάθε αμφισβήτηση – στις αρχικές ρίζες της δανικής και, κατά επέκταση, της ελληνικής δυναστείας του Γεωργίου Α’.

Παλιότερος απ’αυτούς τους οίκους είναι των Μακεδόνων, που πρωτοανήλθαν στο θρόνο το 867 μ.Χ. και που αργότερα συγγένεψαν με τη μεταγενέστερη δυναστεία των Κομνηνών, οι οποίοι συνδέθηκαν με τους Αγγέλους και αυτοί με τους εκπροσώπους της τελευταίας δυναστείας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τους Παλαιολόγους.

Όταν η Βασιλεύουσα έπεσε (1204 μ.Χ.) στα φράγκικα χέρια και η άσκηση της ανώτατης εξουσίας περιήλθε σε Άγγλους, Γάλλους και Ενετούς ηγεμόνες, φυσικό ήταν να υπάρξουν επιμειξίες μεταξύ των κατακτητών και των βυζαντινών βασιλικών οικογενειών. Στη συνέχεια αρκετοί από τους γόνους εκείνων των γάμων κατέληξαν στην Εσπερία, από όπου, άλλωστε, είχαν εξαπολυθεί, με παπικά όντινα και με τις βατικανέζικες ευλογίες, οι ληστρικές και πλιατσικολογικές «σταυροφορίες» .

Επακόλουθο των επιμειξιών που προαναφέρθηκαν ήταν να απλώσει πολλά κλωνάρια του το δέντρο των βυζαντινών αυτοκρατορικών οίκων στη Δυτική, Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη – ένας απ’αυτούς τους κλάδους έφτασε και στη γραφική Κοπεγχάγη, όπως απέδειξε το γενεαλογικό σχεδίασμα του ιστοριοδίφη βαρόνου Dungern, που στηρίχτηκε σε αδιαμφισβήτητα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα.

Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται, ενισχυτικά, και η μακροχρόνια έρευνα του μοναχού, ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα Βαρθολομαίου του Ιμβρίου (Κουτλουμουσιανού). Σύμφωνα με την οποία:
«ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος – Δραγάσης, είχε αποκτήσει, από τη νόμιμη σύζυγο του Σοφία, το μοναχογιό και διάδοχό του στο βυζαντινό στέμμα Ιωάννη Παλαιολόγο. Λίγες ώρες πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας και τον ηρωικό, ύστερα από επική πάλη, θάνατο του αυτοκράτορα, η Σοφία παρέδωσε το – δεκατετράχρονο – μοναχοπαίδι της στην πιστή θαλαμηπόλο της Ειρήνη, για να το μεταφέρει με ιστιοφόρο στην Ιταλία, ώστε να μην πέσει στα χέρια των βαρβάρων της Ανατολίας.

Φυσικά, υπήρχε, πιθανότατος, ο κίνδυνος το ιστιοφόρο να μην κατορθώσει να ξεφύγει από τον τουρκικό κλοιό, οπότε ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι το μικρό πριγκιπόπουλο δε θα γλίτωνε το μαρτυρικό θάνατο. Κλαίγοντας με αναφιλητά η Σοφία ζήτησε από τον Ιωάννη να της υποσχεθεί πως δε θα αποκάλυπτε σε κανέναν πριν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του την αληθινή του ταυτότητα, ενώ παράλληλα έβαλε στον κόρφο του έναν παραπλανητικό πάπυρο, στον όποιο είχε γράψει η ίδια το υποτιθέμενο όνομα του: Ιωάννης Χριστιανός.

Ωστόσο, στο εγκόλπιο – φυλαχτό – του η αυτοκράτειρα έβαλε ένα δεύτερο πάπυρο, στον οποίο είχε γράψει τα στοιχεία για την αληθινή καταγωγή του εφήβου.

Ο μικρός έδωσε με σοβαρότητα την υπόσχεση που του ζητήθηκε, αποχαιρέτησε – για πάντα – με σπαραγμό τη μητέρα του και μέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ο καπετάνιος του ιστιοφόρου κατόρθωσε να διασχίσει τον Κεράτιο κόλπο, κάτω κυριολεκτικά από τις «μύτες» των πολιορκητών, και να οδηγήσει, ύστερα από παραλίγο μοιραίες περιπέτειες, το σκάφος του στο λιμάνι τής Βενετίας.

Ο Ιωάννης «Χριστιανός» εργάζεται και σπουδάζει, με τη βοήθεια και της Ειρήνης, ενώ λίγο αργότερα, εκτιμώντας τα σπάνια πνευματικά προσόντα και την ευφυΐα του, θα τον θέσει υπό την προστασία του ?ένας ελληνολάτρης Γερμανός αξιωματικός, που τον πήρε μαζί του στην αυστριακή πρωτεύουσα.  Μερικά χρόνια αργότερα η Ειρήνη φεύγει για το χωρίς γυρισμό ταξίδι, ο Ιωάννης φιλοξενείται στο μέγαρο του φίλου και προστάτη του, σχετίζεται με την τοπική αριστοκρατία και διαπρέπει στις σπουδές του στην Πολεμική Ακαδημία. Διαθέτει στρατιωτική ιδιοφυΐα, είναι άριστος χειριστής του λόγου αλλά και του σπαθιού, επιβλητικός στο παράστημα, σοβαρός, αξιοπρεπής, με ισχυρό χαρακτήρα και με αληθινά ηγεμονικούς τρόπους, ενώ ο ατίθασος χαρακτήρας και η φιλοπεριπετειώδης φύση του τον ωθούν σε αναζήτηση νέων οριζόντων.   Την εποχή εκείνη ο βασιλιάς της Γερμανίας Φρειδερίκος Γ’ είχε υιοθετήσει φιλειρηνική πολιτική και ο γιος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά μετακινήθηκε – σε ηλικία είκοσι ετών – στη Γαλλία, όπου ο βασιλιάς Κάρολος Ζ’ βρισκόταν σε σύγκρουση με την Αγγλία, για να καταταγεί, ως απλός στρατιώτης, στις τάξεις του γαλλικού στρατού. Οι αξιωματικοί τον ξεχώρισαν αμέσως, εντυπωσιασμένοι από το γιγαντόσωμο ανάστημά του και από τις ξιφομαχικές του ικανότητες, και τον παρουσίασαν στο βασιλιά Κάρολο Ζ’, που τον ρώτησε αν επιθυμούσε να καταταγεί στην προσωπική του φρουρά. Ο Ιωάννης εξέφρασε τον ενθουσιασμό του και έγινε δεκτός με βαθμό αξιωματικού, για να διακριθεί στην αμέσως επόμενη κρίσιμη μάχη όχι μόνο για τη γενναιότητα, αλλά και για τον υψηλό δείκτη της ευφυΐας του: εισηγήθηκε μια αιφνίδια και μη προβλέψιμη κυκλωτική κίνηση, που οι προϊστάμενοι του υιοθέτησαν ανενδοίαστα και του ανέθεσαν την υλοποίηση της. Επικεφαλής της ίλης του, ο νεαρός αξιωματικός βρέθηκε με αστραπιαία κίνηση στα αγγλικά νώτα και, στη συνέχεια, με ορμητική έφοδο διέσπασε τις εχθρικές γραμμές, οι Βρετανοί διασκορπίστηκαν και η νίκη έστεψε τα γαλλικά όπλα.

Ο Κάρολος τον παρασημοφόρησε, του απένειμε το βαθμό του επιλάρχου (ταγματάρχη) και τον προσέλαβε υπασπιστή του, με συνέπεια ο άτυχος διάδοχος του βυζαντινού θρόνου να βρεθεί στη γαλλική αυλή, κατακτώντας αμέσως την εκτίμηση, τη φιλία και το σεβασμό όλων, μολονότι – τιμώντας την υπόσχεση του προς τη μητέρα του – δεν είχε αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα.

Μετά τη λήξη του γαλλοαγγλικού πολέμου, ο Κάρολος Ζ’ συνάπτει συμμαχία με το ηνωμένο βασίλειο Δανίας και Νορβηγίας και ανταλλάζει συχνά επισκέψεις με τον ομόλογο του αυτού του βασιλείου. Λίγους μήνες αργότερα θα τον γνωρίσει σε μια ανακτορική δεξίωση ο Σκανδιναβός βασιλιάς, που εντυπωσιάζεται από το παράστημα το ήθος, τα προσόντα και τις γνώσεις του, αλλά και από το ότι κατείχε το βαθμό του επιλάρχου σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών. Του προτείνει να παραιτηθεί από το γαλλικό και να ενταχτεί στο δικό του στρατό, αλλά ο Ιωάννης Παλαιολόγος «Χριστιανός» αποκρίνεται πως θα το έπραττε, μόνο αν υπήρχε η συγκατάθεση του βασιλιά Καρόλου, στον οποίο χρωστούσε ευγνωμοσύνη.

Παρά την αντίθετη επιθυμία του, ο Γάλλος βασιλιάς συμφωνεί, για να μη δυσαρεστήσει τον ισχυρό σύμμαχό του. Ο Ιωάννης συνοδεύει το Δανό βασιλιά στην πρωτεύουσα του, για να γίνει σύντομα προσφιλέστατος υπασπιστής του βασιλικού ζεύγους και ίνδαλμα των ενόπλων δυνάμεων.

Ήταν είκοσι εννέα ετών, όταν στάλθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος στη Σουηδία. Χωρίς αιματοχυσία, με την πειθώ και τη διπλωματική ευστροφία του κατορθώνει να πείσει τους επαναστατημένους σουηδούς να καταθέσουν τα όπλα και να αποδεχτούν ανώτατο άρχοντα του ενωμένου βασιλείου Δανίας, Νορβηγίας, Γοτθίας και Σουηδίας το βασιλιά της πρώτης. Ο Ιωάννης γίνεται δεκτός με πρωτοφανείς τιμές κατά την επάνοδο του στην Κοπεγχάγη. Η χαρά του βασιλέως για το κατόρθωμα αυτό του Ιωάννη υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε έβγαλε την βασιλική του σπάθη, την περίζωσε γύρω από την μέση του Ιωάννη και τον ονόμασε στρατηγό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Είναι πια αντικείμενο καθολικής εκτίμησης και θαυμασμού, ενώ η μοναχοκόρη του βασιλιά, Μαρία, τον ερωτεύεται παράφορα, χωρίς ωστόσο να τολμήσει να το αποκαλύψει στους γονείς της. Η πριγκίπισσα Μαρία ήταν ωραία, σωστή ξανθή καλλονή του βορρά. Ο Ιωάννης δεν άργησε να την ερωτευτεί και το αμοιβαίο αίσθημα ακολούθησε γρήγορα το ειδύλλιο. Κάποιος μικρόψυχος αυλικός σπεύδει να καταγγείλει το ειδύλλιο στον πατέρα της πριγκίπισσας κι αυτός αποφασίζει να απομακρύνει για λίγο τον προσφιλή του στρατηγό από τα ανάκτορα, αφού προηγουμένως ενημερωθεί για την καταγωγή του.

Μολονότι ελάχιστοι μήνες είχαν απομείνει για τη συμπλήρωση του τριακοστού έτους της ηλικίας του, ο Ιωάννης δε θέλησε να αθετήσει το λόγο του και δήλωσε στον πατέρα της αγαπημένης του ότι δεσμευόταν από όρκο ιερό και αδυνατούσε να του αποκαλύψει ποίου ήταν γιος.

Ο βασιλιάς απόρησε και, παρερμηνεύοντας όσα άκουσε, ζήτησε να μάθει αν η σιωπή σήμαινε ότι ο στρατηγός του είχε λόγους να ντρέπεται για την καταγωγή του. Στενοχωρημένος ο Ιωάννης απάντησε πως, αντίθετα, μπορούσε και όφειλε να αισθάνεται περηφάνια για τους προγόνους του.

Με οξυμένη στο έπακρο την περιέργειά του ο Δανός ηγεμόνας ορκίστηκε στο ξίφος του ότι δε θα αποκάλυπτε σε κανένα το μυστικό του στρατηγού, που έβγαλε, συγκινημένος, από το λαιμό το εγκόλπιο του κι έδωσε στο βασιλιά να διαβάσει τον πάπυρο που βρισκόταν μέσα σ’αυτό.

Ο παλιός χρονογράφος γράφει σχετικά:
«Ο βασιλεύς, κατεχόμενος υπό περιεργείας αλλά και υπό αορίστου συγκινήσεως, ήρξατο της αναγνώσεως και όταν επληροφορήθη, από το ιδιόχειρον σημείωμα της αυτοκράτειρας Σοφίας, ότι ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Παλαιολόγος μετωνομάσθη εις Ιωάννην Χριστιανόν, έμεινεν έκπληκτος και έρωτα εν αρχή τον Ιωάννην:
«Συ, λοιπόν, είσαι ο υιός του ενδόξου εκείνου αυτοκράτορος; Συ είσαι ο Πρίγκηψ διάδοχος του πεπτωκότος βυζαντινού κράτους; Δια τίνα λόγον ηρνείσο την ομολογίαν και απέκρυψες επί τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα την ένδοξον βασιλικήν καταγωγήν σου;
Τότε ο Ιωάννης ηναγκάσθη να διηγηθή πάντα και δια το τραγικόν τέλος της δηλητηριασθείσης μητρός του, δια να μη γίνη σύζυγος του κατακτητού Μωάμεθ Β’.
Η συγκίνησις και η ταραχή του βασιλέως ήσαν τόσο έντονοι, ώστε, εναγκαλισθείς τον Ιωάννην, έκλαιε και κατεφίλει αυτόν. Εν τέλει εδέησε να παρέλθη αρκετή ώρα, όπως συνέλθη.
Ακολούθως, υπείκων εις την επιμονήν της συζύγου αυτού, κατέστησε γνωστήν την καταγωγήν του Ιωάννου, λέγων προς αυτήν:
«Εις αυτόν, φίλτατη, ανήκει το στέμμα τούτο και το Βασίλειον της Δανίας και της Νορβηγίας ολόκληρον. Εις αυτόν ανήκει η απέραντος αγάπη ημών και του λαού μας».
Και ούτω πριν παρέλθη πολύς χρόνος ο βασιλεύς περιχαρής ανήγγειλεν εις τον λαόν του τους γάμους Ιωάννου του Χριστιανού – Παλαιολόγου μετά της θυγατρός αυτού Μαρίας και την εις τον δανικόν θρόνον ανάρρησιν αυτού.. . »

Από εκείνον τον Ιωάννη Χριστιανό το μοναχογιό και διάδοχο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά – καταγόταν ο Δανός πρίγκιπας, που ανήλθε το 1863 στον ελληνικό θρόνο ως Γεώργιος Α’. Και που, φυσικά, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το αγγλικής εφεύρεσης επίθετο «Γκλύξμπουργκ», το όποιο έσπευσαν να υιοθετήσουν τα κομμουνιστικά έντυπα, αλλά και ανιστόρητοι πολιτικάντηδες που επιδιώκουν να φανούν αρεστοί στην αριστερή εκλογική πελατεία. Το σχετικό ιστορικό θα ήταν γελοίο, αν δε συνέβαινε να είναι προκλητικά εξοργιστικό.

Η Δανία δεν είχε ποτέ σχεδόν σταθερά σύνορα και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1860 τέσσερις γερμανικές επαρχίες – το Χόλσταϊν, το Σλέσβιγκ, το Σόντεμπουργκ και το Γκλύξμπουργκ – περιήλθαν προσωρινά στη δανική κατοχή, για να αλλάξουν αργότερα και πάλι χέρια. Κανένα μέλος της βασιλικής οικογενείας της Δανίας δεν καταγόταν από κάποια απ’αυτές τις τέσσερις περιοχές, που συνέπεσε επί ένα διάστημα να ανήκουν στο δανικό στέμμα.       Ακόμα: όταν εκλέχτηκε -1863- βασιλιάς των ελλήνων ο δευτερότοκος γιος του διαδόχου, οι περιοχές που προαναφέρθηκαν είχαν ξαναγυρίσει στους Γερμανούς.

Όταν -1915- η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία δρομολόγησαν τη βδελυρά συκοφαντική εκστρατεία τους κατά του βασιλιά Κωνσταντίνου ΙΒ’, για να πετύχουν την εκθρόνισή του, επειδή δε δεχόταν να σύρει τη χώρα του, στο σφαγείο χωρίς «αντίδωρα», τα αγγλικά μέσα μαζικής ενημέρωσης μεταχειρίστηκαν κάθε μέσο, για να «αποδείξουν» τα δήθεν γερμανόφιλα αισθήματα του Έλληνα ανώτατου άρχοντα (μεγαλύτερο, κακοηθέστερο, αισχρότερο ψέμα δε θα μπορούσε να υπάρξει), κι ένα απ’αυτά ήταν η χρήση της προσφώνησης «Κύριος Γκλύξμπουργκ», επειδή δεν ήταν πρακτικά δυνατό να χρησιμοποιήσουν και τα τέσσερα ονόματα των προσωρινά προσαρτημένων στη Δανία τεσσάρων επαρχιών, διάλεξαν εκείνο που προφορά του θύμιζε περισσότερο τη γερμανική γλώσσα. Μικρότητα απόλυτα αντάξια της αγγλικής νοοτροπίας και του ελάχιστα φανατικού «ανδρισμού» πολυάριθμων εκπροσώπων της.

«Σημειωτέον ότι και στις φλέβες των Χοεντσόλερν, εις τους οποίους άνηκε η βασίλισσα της Ελλάδος, σύζυγος του Κωνσταντίνου ΙΒ’, Σοφία, και των Χοενστάουφεν, στους οποίους άνηκε η βασίλισσα Φρειδερίκη, έρεε το αίμα της πριγκίπισσας του Βυζαντίου Θεοφανίας η Θεοφανούς, η οποία, ως γνωστόν, την Ι4ην Απριλίου 972 μ.Χ., τη συνεργία του Τσιμισκή, συνεζεύχθη τον Γερμανό Βασιλέα Όθωνα Βον, εξ ου κατάγονται οι εν Γερμανία ηγεμονεύσαντες οίκοι.

Δια του γάμου της η Θεοφανώ συνετέλεσε να σημειωθεί σταθμός στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, διότι πρώτη εκείνη εισήγαγε στην τότε απολίτιστον Ευρώπη την λεπτεπίλεπτον εθιμοτυπία και πολυτέλεια του Βυζαντίου, ενώ δια των περιστοιχιζόντων αυτήν Ελλήνων σοφών μετέδωσαν στην αγροίκον Γηραιά Ήπειρο τα σπέρματα του πολιτισμού» .

Οι τελευταίοι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κληροδότησαν στην σημερινή Ελληνική Δυναστεία όχι μόνο το αίμα τους, αλλά κάτι επί πλέον:
Τις ελπίδες και τα όνειρα του γένους, που επελέχθησαν με το οικογενειακό τους όνομα… Παλαιολόγος! Όνομα γινωμένο από την φλόγα της Εθνικής Πίστεως, η οποία θέρμαινε την Ελληνική ψυχή επί τέσσερις αιώνες δουλείας.
Τον Διάδοχο του Στέμματος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ωραματίζετο το Έθνος από την στιγμή, κατά την οποία σήκωσε το καριοφίλι της ανεξαρτησίας.  Ωραματίζετο τον Διάδοχο του και τον βρήκε το 1863, και κάτι επί πλέον! τον φυσικό διάδοχο και κληρονόμο του Παλαιολόγου, εκεί επάνω στην Δανία .
Ένα Βασιλόπουλο του Βορρά εκαλείτο ν’ ανέλθει στον αναγεννώμενο Θρόνο του Ελληνικού Γένους. Έτσι ήταν «γραφτό» να γίνει, έτσι ήταν αποφασισμένο από τον μεγάλο Δημιουργό, για να μην εξαλειφθεί η φυλή, η οποία δημιούργησε τον τελειότερο πολιτισμό. Το λαμπρό παρελθόν επανασυνδέεται με τη νέα Ελλάδα, υπό το σκήπτρο Βασιλέων, στις φλέβας των οποίων ρέει το αίμα των Ελλήνων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.

Εθνική Αφύπνισις

Advertisements