του Γιάννη Χαραλαμπίδη
προέδρου της Δημοτικής Επιτροπής Ηρακλείου του ΛΑ.Ο.Σ

.


Ο Πάνος Καμμένος, πρόεδρος των Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Παύλος Κοντογιαννίδης και Παύλος Χαϊκάλης, βουλευτές των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου.

Πέρασε κιόλας μία εβδομάδα από τις εκλογές της 6ης Μαΐου κι είναι πλέον δεδομένο το αδιέξοδο στην διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης. Κανένα από τα τρία πρώτα κόμματα δεν διαθέτει επάρκεια κοινοβουλευτικής δύναμης, ώστε να υποχρεώσει τους υπολοίπους σε μία συγκυβέρνηση, ενώ και τα μικρότερα σε δύναμη κόμματα παραμένουν κατά το μάλλον ή ήττον σε αδυναμία παρέμβασης, αποτέλεσμα της ρητορικής τους και των αγκυλώσεών τους. Πολλά έχουν ως τώρα ειπωθεί για το αποτέλεσμα της Κυριακής, όμως τα περισσότερα κατατείνουν είτε σε δοξολογίες, είτε σε κατάρες. Με «ωσαννά» κι «ανάθεμα» όμως δεν παράγεται νηφάλιος και ουσιαστικός πολιτικός λόγος. Πολύ χρησιμότερη είναι μια εξέταση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της πρόσφατης εκλογικής διαδικασίας. Η ποιοτική αποτίμηση αναδεικνύει μια νέα σκληρή και ακανθώδη πολιτική σκακιέρα, με κύριους παίκτες:

α) Αποχή. Σε μια τόσο κομβική και κρίσιμη συγκυρία, όταν διακυβεύεται το παρόν και το μέλλον της πολιτείας και της κοινωνίας μας, η τόσο υψηλή αποχή αποτελεί φαινόμενο απολύτως νοσηρό. Περίπου ένας στους τρεις πολίτες δεν προσήλθε να ασκήσει το ύψιστο δικαίωμά του. Αρχικά αυτή η στάση εξελήφθη από τους περισσότερους ως στάση αποστροφής προς το πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του, προς όλα τα πολιτικά κόμματα. Αυτή η εξήγηση θα ταίριαζε σε μια φωτογραφία των κοινωνικών ρευστών του χθες. Αντίθετα, στις τελευταίες εκλογές, οι πολίτες που παρέμειναν μακράν της ψηφοδόχου, ήταν κατά βάση οι συναισθηματικά εξαρτημένοι οπαδοί των δύο (πάλαι ποτέ) μεγάλων κομμάτων. Πιεσμένοι από τον κοινωνικό και οικογενειακό περίγυρο, βαθειά απογοητευμένοι και προδομένοι αλλά ανίκανοι να επιλέξουν ένα ψηφοδέλτιο με διαφορετικό έμβλημα από αυτό που έμαθαν να ακολουθούν, προτίμησαν να μείνουν μακρυά από την κάλπη. Οι περισσότεροι ήδη νοιώθουν τύψεις συνειδήσεως (όσο κι αν φαίνεται αδιανόητο σε μας τους υπολοίπους). Στις επόμενες εκλογές είναι πολύ πιθανό πολλοί να επιστρέψουν έμπρακτα στο «μαντρί».

β) Συνειδητή επιλογή του βολικού ψέματος. Ένα ισχυρό ποσοστό πολιτών, περίπου 25%-35% (αναλόγως ποιες πολιτικές μπορεί να εντάξει ή μη κάποιος) συνειδητά επέλεξε να κλείσει τα μάτια και τα αυτιά και να πιστέψει ότι υπάρχουν εύκολες και μαγικές λύσεις, με μονομερείς διαγραφές και επαχθή χρέη που δεν χρειάζεται να πληρωθούν, αλλά και ταυτόχρονη παραμονή στα πλαίσια του κόσμου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αποθέωση της ευχάριστης πλάνης. Με αυτά, δεν εννοώ φυσικά ότι δεν έπρεπε να τιμωρηθούν τα κατεστημένα κόμματα εξουσίας για την φθορά που έχουν συνολικά επιφέρει στην χώρα, αλλά ότι η δίκαιη αυτή αποδοκιμασία και τιμωρία έχει σαφώς υποδεέστερα ποιοτικώς χαρακτηριστικά όταν γίνεται χάριν μιας ωραιοποιημένης και βολικής πλάνης. Δηλαδή, για μια ακόμα φορά ο λαός έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης σε ένα, έτι αισχρότερο, «λεφτά υπάρχουν».

γ) Αποστροφή και το μίσος προς την πολιτική και όσους ασχολούνται με αυτήν αδιακρίτως. Η τυφλή ψήφος διαμαρτυρίας και οργής έγινε φτύσιμο στο πολιτικό και πολιτειακό σύστημα, με την θεαματική ενίσχυση της Χρυσής Αυγής. Ένα ως χθες απροκάλυπτα ναζιστικό κόμμα του 0,29% εκτοξεύθηκε αίφνης στο 7%. Έγιναν ξαφνικά 7 στους 100 Έλληνες ναζί; Όχι βέβαια. Ούτε καν εθνικιστές δεν έγιναν. Η Χρυσή Αυγή, ήδη απίστευτα ευνοημένη από την ολική έκλειψη της οργανωμένης κατά νόμο πολιτείας σε ολόκληρες ζώνες της πρωτεύουσας, έγινε ο αποδέκτης μιας χαλαρής και κενής πολιτικής παιδείας ψήφου. Νέοι κατά βάση ψηφοφόροι, μεταξύ 18-35 αβασάνιστα επέλεξαν τον πιο θορυβώδη και αντικομφορμιστή υποψήφιο σχηματισμό, αυτόν που θεώρησαν ότι θα κάνει την καθωσπρεπισμένη Βουλή μπάχαλο. Αυτόν που θα κατακερματίσει την καλοραμμένη και γραβατωμένη εικόνα της εξουσίας, που θα χλευάσει και θα προπηλακίσει έμπρακτα τον στημένο λόγο των καθιερωμένων πολιτικών. Μόνο που όταν αποκαθηλωθεί αυτό το κατεστημένο, πρέπει να υπάρχει κάτι γόνιμο να μπει στην θέση του. Δεν μπορεί να το διαδεχθεί το πολιτικό κενό και το ευθύγραμμο εγκεφαλογράφημα του τραμπουκισμού. Η χώρα και η κοινωνία έχουν προβλήματα και αδιέξοδα που απαιτούν λύσεις και απαντήσεις. Δεν έχουν την πολυτέλεια για απόλαυση πολιτικών σόου.

Το σύστημα εξουσίας κατέβαλε συντονισμένη προσπάθεια να διογκωθεί υπερβολικά το ποσοστό των εκτός κοινοβουλίου κομμάτων. Σε μία προσπάθεια να καταστεί εφικτότερος ο στόχος σχηματισμού κυβέρνησης, περίπου 20% των εκλογέων δεν αντιπροσωπεύεται στην Βουλή που προέκυψε, με τρία κόμματα να μένουν εκτός κοινοβουλίου για λίγες χιλιάδες ψήφους. Το γεγονός ότι ένας στους πέντε εκλογείς δεν εκπροσωπείται, ένας στους πέντε λαμβάνει τα 1/3 της κοινοβουλευτικής δύναμης και το συνολικά 1/3 των πολιτών δεν προσήλθε να ψηφίσει διαμορφώνει μια άνευ προηγουμένου εικόνα αναντιστοιχίας του εκλογικού αποτελέσματος με το πολιτικό του αντίκρισμα, αλλά και αντικατοπτρίζει μια ακτινογραφία βαθειάς παθογένειας του κοινωνικοπολιτικού μας βίου.

Πορευόμαστε με βεβαιότητα στην αβεβαιότητα νέας εκλογικής αναμέτρησης, χωρίς κανείς να μπορεί να δώσει έστω βάσιμη ελπίδα επίλυσης του πολιτικού προβλήματος. Τα κοινωνικά ρευστά βρίσκονται σε αδιάκοπο αναβρασμό και μπορεί το αποτέλεσμα των εκλογών της (πιθανότατα) 17ης Ιουνίου να καταστήσουν τα πολιτικά αδιέξοδα πλέον δύσβατα των σημερινών. Το δίλημμα «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» φαίνεται ήδη να προσπερνιέται, καθώς το ίδιο το «μνημόνιο» αναιρείται σταδιακά στην ουσία του και το πιθανότερο είναι σε λίγους μήνες να αποτελεί παρελθόν, αφού δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά κανένα πρόβλημα. Το δίλημμα και διακύβευμα μετατοπίζεται πλέον στον γενικό προσανατολισμό της χώρας και την μορφή της κοινωνίας, ενώ πάνω σε αυτό αρχίζει ήδη να διακρίνεται η συγκρότηση του νέου πολιτικού διπολισμού. Αφενός οι αστικές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, που προτάσσουν τον δυτικό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, κι αφετέρου οι ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις, που επιδιώκουν ένα ιδιότυπο νεοσοβιετικό κοινωνικό μετασχηματισμό λατινοαμερικανικού τύπου. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο μέσα στην ίδια χώρα να συνυπάρξει το υπόδειγμα της Αυστρίας ή της Φινλανδίας με το υπόδειγμα του Εκουαδόρ ή της Βενεζουέλας.

Πλέουμε σε αχαρτογράφητα βαθιά ύδατα. Οι πιθανότητες εθνικής ενότητας και συστράτευσης απέναντι στο ευρωπαϊκό κέντρο δείχνουν να εξανεμίζονται πίσω από μικροκομματικούς υπολογισμούς και «κρυφτούλι» στην μετάφραση. Μέχρι το επόμενο «ραντεβού με την ιστορία», το βράδυ της 17ης Ιουνίου, η πολιτική πραγματικότητα αλλά και προοπτική φαίνεται να συνοψίζεται εύστοχα στο σκωπτικά διασκευασμένο λαϊκό στίχο: «Πιάσ’ το χρυσό αυγό και κούρευ’ το σύριζα»…

Ελληνικές Γραμμές

Advertisements