Παραμένει σκοτεινός ο ρόλος των άγγλων στην άλωση του Μελιγαλά και στη σφαγή των 1700 αιχμαλώτων

Του Σπύρου Χατζάρα
(δημοσιεύτηκε στην ΑλφαΕΝΑ στις 22-09-2012)

Η σφαγή από τους κομμουνιστές , στο δάσος του Κατίν, 22.500 Πολωνών αιχμαλώτων, θεωρείται το απόλυτο εγκλήματα πολέμου , όπως και οι σφαγές των Γερμανών στα Καλάβρυτα και το Δίστομο.

Αντίθετα, το έγκλημα των κομμουνιστών στον Μελιγαλά, με την οργανωμένη πενθήμερη σφαγή 1700 αιχμαλώτων και αμάχων, τον Σεπτέμβρη του 44, εξακολουθεί να θεωρείται από τους μεν αριστερούς , που φωνάζουν ακόμα χωρίς ντροπή «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ», «ηρωικό κατόρθωμα», και «γιορτή μίσους», από τους «προοδευτικούληδες». Και εάν υπάρχει ένα στοιχείο «μίσους», αυτό είναι η σφαγή με εντολή του ΚΚΕ των αιχμαλώτων.

Αυτή είναι η αλήθεια που θέλουν να κρύψουν. Τα θύματα της «Πηγάδας», ήσαν αιχμάλωτοι που είχαν παραδοθεί, κατόπιν συμφωνίας με τον άγγλο στρατιωτικό σύνδεσμο.

Η σφαγή του Μελιγαλά είναι αντίγραφο της σφαγής του ΚΑΤΙΝ, που έκρυβαν οι σοβιετικοί.

Είναι ότι και τα Καλάβρυτα και το Δίστομο. Σφαγή αόπλων. Κομμουνιστική θηριωδία. Η εκτέλεση των αιχμαλώτων, έγινε με καθαρά πολιτική απόφαση «από ψηλά», και όχι από τα τοπικά πολιτικά στελέχη. Η γενοκτονία του Μελιγαλά είχε σχεδιαστεί πριν τη μάχη. Παρά τα ψέματα των αριστερών , η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων του Μελιγαλά , δεν εκτελέστηκαν γι αυτά που ίσως είχαν κάνει, αλλά γι αυτά που δε δέχονταν να κάνουν.

Το ΟΧΙ στον κομμουνισμό, επέβαλε τη θανατική τους καταδίκη. Όλα όσα λέγονται για πράξεις αντεκδίκησης, για «ανεξέλεγκτο μίσος», για φασίστες γερμανοτσολιάδες, εθνοπροδότες , για «συνεργάτες των Γερμανών ταγματασφαλίτες» , για το ότι «ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία» κλπ, είναι αέρας κοπανιστός, που αποβλέπει στη δυσφήμιση των θυμάτων και την πολιτική δικαίωση των δολοφόνων. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η Επίθεση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατά του Μελιγαλά, άρχισε στις 5.30 το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου 1944, και συνεχίστηκε χωρίς πρόοδο και επιτυχία και στις 14, οπότε και ανακόπηκε λόγω έλλειψης πυρομαχικών και επειδή περίμεναν την άφιξη του Βελουχιώτη με ενισχύσεις.

Από τις μάχες των πρώτων 48 ωρών, οι αμυνόμενοι που ήσαν 800 περίπου ταγματασφαλίτες και 150 χωροφύλακες που διέφυγαν από την Καλαμάτα, είχαν 15 μαχητές νεκρούς. Το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου εμφανίστηκε στον Μελιγαλά, ο λοχαγός Ντόναλντ Γκίμπσον, και ζήτησε να περάσει στις γραμμές των Εθνικιστών «για να τους πείσει να σταματήσουν την αιματοχυσία, να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ και να περιμένουν να κριθούν από την Κυβέρνηση».

68 χρόνια μετά, ακόμα δεν ξέρουμε με ποιους μίλησε ο Γκόρντον και τι συμφώνησε.

Η Άλωση του Μελιγαλά , έγινε το μεσημέρι της 15ης Σεπτεμβρίου 1944. Το πρωί επικρατούσε ησυχία. Μόνο από το «χωνί», οι ελασίτες φώναζαν : «Παραδοθείτε, ο αγώνας σας είναι μάταιος. Ο Άρης σας δίνει το λόγο της τιμής του, δεν θα σας πειράξει κανείς», και διάβαζαν τη διαταγή 330 της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ ,(που εκδόθηκε και γραπτώς με την υπογραφή του Βελουχιώτη με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου), που ανέφερε: «..Διά τελευταίαν φοράν διακηρρύσσομεν δημοσία ότι πας ανήκων εις τα Εθνοπροδοτικά Τάγματα, όστις ήθελε παραδοθή ημίν και παραδώση τον οπλισμόν του εντός 24 ωρών από της κοινοποιήσεως της παρούσης θα του εξασφαλισθή απολύτως η ζωή και η ελευθερία επανόδου εις την οικίαν του.

Μετά την εκπνοήν της άνω προθεσμίας πας εξ αυτών συλλαμβανόμενος κατά την διάρκειαν της μάχης ή άλλως ένοπλος θα τυφεκίζεται επί τόπου». Με πρωτοβουλία του διοικητή τάγματος του Μελιγαλά Διονύση Παπαδόπουλου, έγινε σύσκεψη στο σπίτι του Γ. Θεοφιλόπουλου, στην οποία πήραν μέρος ο νομάρχης Δημήτριος Περρωτής, ο Περικλής Μπούτος, ο Ταγματάρχης Χριστόφιλος, ο υποδιοικητής του Τάγματος Μελιγαλά ταγματάρχης Π. Καζάκος , ο Ταγματάρχης Χωροφυλακής Φραγκουδάκης, ο αντεισαγγελέας Καλαμών Γαλόπουλος , ο Λυκ. Λατζούνης, ο προέδρος της Κοινότητος του Μελιγαλά, Αλκιβιάδης Παπαδόπουλος, ο παπάς Πούλος Παπαδόπουλος, κι άλλοι. Ο Δ. Παπαδόπουλος πρότεινε παράδοση ή έξοδο. Η σύσκεψη διαλύθηκε χωρίς αποτέλεσμα , αλλά το μυστικό της παράδοσης διέρρευσε και απλώθηκε πανικός στην κωμόπολη.

Ξαφνικά , στις 11.30 ακριβώς, με καταιγιστικά πυρά εκδηλώθηκε γενική κατά μέτωπο επίθεση του ΕΛΑΣ, με κύριο στόχο για την κατάληψη του υψώματος του Προφήτη Ηλία. Με το που χτυπήθηκε από το αντιαεροπορικό, το πολυβόλο στο καμπαναριό, 60 ελασίτες υπό τον Κ. Μπασακίδη, κατέλαβαν το ύψωμα, και «κατέρρευσε η άμυνα».

Η ώρα ήταν περίπου 12. Ακριβώς στις 12.00 χτυπούσαν δαιμονισμένα οι καμπάνες του Αγίου Ιωάννη στην πλατεία του Δημαρχείου. Η αντίσταση παρέλυσε. Οι αμυνόμενοι σήκωναν λευκές σημαίες στα χαρακώματα και παραδίνονταν. Ο Μελιγαλάς δεν έπεσε , παραδόθηκε. Οι ελασίτες λένε ότι «οι αμυνόμενοι πανικοβλήθηκαν, και άρχισαν να σηκώνουν λευκές σημαίες. Μόνο ένα μικρό τμήμα ταγματασφαλιτών, υπό τον ταγματάρχη Καζάκο έκανε έξοδο, διέσχισε τον κάμπο ανάμεσα στο Σολάκι και τη Μερόπη και ξέφυγε προς Δερβένι- Σούλι.

Ο ανθυπολοχαγός Θεοφάνους, επίσης διέφυγε αλλά τον σκότωσαν αργότερα στη Βυτίνα. Οι ελασίτες που προχωρούσαν από σπίτι σε σπίτι καλούσαν με τα «χωνιά», τους αμυνόμενους να παραδοθούν και ταυτόχρονα καλούσαν τους άμαχους να αφήσουν τα σπίτια τους ανοικτά και να συγκεντρωθούν στο Μπεζεστένι δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, και στις «Μουριές του Δεληγιάννη».

Ο κομμουνιστής Στάθης Κανναβός, ο Έπαρχος της ΠΕΕΑ, περιέγραψε τα γεγονότα της 15ης Σεπτεμβρίου μετά από πολλά χρόνια ως εξής: «μετά το ηλιοβάρεμα, οι δολοφόνοι του Μελιγαλά, σηκώνουν από παντού λευκές σημαίες. Πετούν στα φυλάκια τα άτιμα όπλα τους και μπουλούκια – μπουλούκια, τρέχουν να κλειστούν στο Μπεζεστένι. Λίγες στιγμές πριν την παράδοσή τους, στις ανατολικές παρυφές της κωμόπολης είχε φτάσει χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στη μάχη το 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μαζί με τον…. Άρη Βελουχιώτη».

Σε μισή ώρα λοιπόν , 11.30-12.00 , με το που χτύπησαν το μυδράλιο στο καμπαναριό του προφήτη Ηλία, κατέλαβαν την εκκλησία και το ύψωμα , και σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να χτυπούν δαιμονισμένα οι καμπάνες του αγίου Ιωάννη, τα σεντόνια να βγαίνουν στα παράθυρα, και οι ταγματασφαλίτες να παραδίνονται.

Το ΙΙ Γραφείο του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, στο δελτίο του υπ’αριθμό 9458, της 16ης Σεπτεμβρίου, που βγήκε με εντολή του Μπελογιάννη και του Βελουχιώτη, έγραφε τα εξής προφητικά : «…αφού συντρίψαμε την άμυνα 1.000 και παραπάνω Ράλληδων οι οποίοι διεκδίκησαν την πόλη σπίτι προς σπίτι 800 σκοτώθηκαν στη μάχη. Δικές μας απώλειες 60 νεκροί και 150 τραυματίες…».

Στις 16 Σεπτεμβρίου, μόλις άρχιζε η σφαγή των αιχμαλώτων. Οι νεκροί της μάχης ήσαν 25. Οι 775 ήσαν ακόμα ζωντανοί. Αυτή τη φρικτή πραγματικότητα την προσπερνούν με «ψυχραιμία» οι ευαίσθητοι αριστεροί που λένε: «αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών». Αυτή την εκδοχή , υιοθέτησε και ο λοχαγός Γκίμπσον, που είχε τεράστιες προσωπικές ευθύνες για τη σφαγή , και την μετέδωσε στο Κάιρο.

Το δελτίο της 24ης Σεπτεμβρίου, της Force 133, που ετοιμαζόταν για την κατάληψη της Ελλάδας αναφέρει: «…Συμφώνως προς αναφορά του ΕΛΑΣ 1300 άνδρες των ΤΑ ενεπλάκησαν εις μάχην διά το Μελιγαλά την 15ην Σεπτεμβρίου εις την οποίαν 800 εφονεύθησαν, έναντι 60 φονευθέντων του ΕΛΑΣ και 30 τραυματισθέντων…». Έτσι καλύφθηκαν πολιτικά οι ευθύνες και τα ίχνη της σφαγής των αιχμαλώτων.

Στον Μελιγαλά έχασαν τη ζωή τους 47 αξιωματικοί και 704 οπλίτες.

Επομένως εκτελέστηκαν 726 αιχμάλωτοι, όπως προέβλεψε το ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ. Οι 41 αιχμάλωτοι τραυματίες που δεν πήγαν στο Μπεζεστένι εκτελέστηκαν στο νοσοκομείο. Στη μία το μεσημέρι, σχηματίστηκε Λαϊκή Επιτροπή, για να αποφασίσει την τύχη των αιχμαλώτων που ήσαν στοιβαγμένοι σαν ζώα στο Μπεζεστένι. Οι άνδρες ήσαν μόνο με τα εσώρουχα. Ντόπιοι αντάρτες του ΕΛΑΣ , άγνωστο με τι κριτήρια, άρχισαν να παίρνουν ομάδες αιχμαλώτων, και να τους μεταφέρουν στα γύρω χωριά.

Τους περισσότερους τους εκτέλεσαν την επομένη, παρουσία «θεατών». Στο Νεοχώρι εκτελέστηκαν 150, στο Σολάκιο και στην Ανθούσα 200. Γύρω στους 25 εκτελεστήκαν κοντά στο Σολάκι, και τους έθαψαν εκεί. Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες του Τάγματος που τους μετέφεραν στη μάντρα του «Κριμπά», στη Μερόπη , εκτελέστηκαν το βράδυ, της 16ης Σεπτεμβρίου και ρίχτηκαν σ’ ένα ξεροπήγαδο . Εκεί έσφαξαν και τους γιατρούς, τους δικηγόρους, και τους καθηγητές που έπιασαν στον Μελιγαλά .

Ο ταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος , ο επικεφαλής , παραδόθηκε στους Ελασίτες, δεν εκτελέστηκε, ανακρίθηκε παρουσία του λοχαγού Γκίμπσον και αφέθηκε ελεύθερος. Το 1951 συμμετείχε στο κίνημα του ΙΔΕΑ, και αποστρατεύτηκε .Τότε δημοσίευσε στην εφημερίδα «Μεσσηνία» (8.9.1952), την εκδοχή του για την άλωση του Μελιγαλά, και παρουσίασε το σενάριο ότι «κατά το μεσημέρι, της 15ης Σεπτεμβρίου ενώ έτρεχε από φυλάκιο σε φυλάκιο για να εμψυχώσει τους αμυνομένους, τραυματίστηκε βαριά στην κοιλιακή χώρα ».

Ο «βαριά τραυματισμένος», έμεινε αιμορραγώντας ακίνητος, «κορόιδεψε τους ελασίτες» και «τη νύχτα διέφυγε, και έφτασε αιμορραγώντας στη θάλασσα, στους Χράνους , όπου τον έκρυψε μια γριά τσοπάνα για 17 μέρες». Ο Παπαδόπουλος πάντως, απέδωσε ο ίδιος την διάσωσή του στις σχέσεις του με την Ιντέλιτζενς Σέρβις.

Πίσω στον Μελιγαλά, από το μεσημέρι της 15ης Σεπτεμβρίου, που μάζεψαν τους αιχμαλώτους στο Μπεζεστένι είχαν αρχίσει και οι αυτοδικίες από αντάρτες και καπετάνιους του ΕΛΑΣ . Αιχμάλωτοι εκκαλούντο ονομαστικά έξω από το Μπεζεστένι και τους εκτελούσαν. Το σύνολο των θυμάτων των αυτοδικιών υπολογίζονται σε 150. Όσοι δολοφονήθηκαν στο Μπεζεστένι θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους, μαζί με τους νεκρούς της μάχης, και τους 41 τραυματίες που σφαγιάστηκαν στο νεκροταφείο.

Τις πρωινές ώρες του Σαββάτου, 16 Σεπτεμβρίου, απολύθηκαν τα περισσότερα παιδιά, οι γυναίκες, και πολλοί ηλικιωμένοι. Από τους 2700 αιχμαλώτους απέμειναν στο Μπεζεστένι περίπου 850 . Το μεσημέρι εμφανίστηκε εκει ο Βελουχιώτης συνοδευόμενος από τον Μπλάνα , και τον Μπελογιάννη και ζήτησαν, «να ερευνηθεί χωρίς συναισθηματισμό και μεγαθυμία η περίπτωση κάθε ταγματασφαλίτη για να μην ξεφύγει κανένας που έχει διαπράξει έγκλημα».

Οι κρατούμενοι χωρίστηκαν ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους, και οι τοπικές Επιτροπές του ΕΑΜ από τα γύρω χωριά και τις κωμοπόλεις, που κατέφθασαν , έδιναν πληροφορίες για το αν ήταν ταγματασφαλίτες η «αντιδραστικοί». Πολλές τοπικές οργανώσεις , για να φανούν «πρότυπα» , ζητούσαν και έπαιρναν τους συγχωριανούς των να τους «δικάσουν» και να τους εκτελέσουν στα χωριά τους.

Το παράδειγμα το έδωσε η οργάνωση Οιχαλίας και Μερόπης. Πήραν 15 «αντιδραστικούς» και τους εκτέλεσαν. Τους το Νησί: Πήραν 13 από τον Μελιγαλά τους οδήγησαν στο κέντρο της Μεσσήνης και εκεί με χορούς και τραγούδια τους εκτέλεσαν και αυτοί. Τους υπόλοιπους τους έσφαξαν στην Πηγάδα.

Η πρώτη ομάδα από 50 έφυγε , «για ανάκριση», γύρω στις δέκα και μισή, το Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου, και διασταυρώθηκε στον δρόμο με τον Βελουχιώτη.
Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ασταμάτητα ως την Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου το μεσημέρι, οπότε ελευθερώθηκαν οι τελευταίοι 34 επιζώντες.

Πόσοι ήταν οι εκτελεσθέντες στην Πηγάδα ; Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. 300 από τον Μελιγαλά. Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ξέθαψε 708 πτώματα, και σταμάτησε γιατί δεν άντεχαν άλλο οι εργάτες τη δυσοσμία.

Όλοι σκοτώθηκαν με μαχαίρια, και τσεκούρια, και ένας-ένας. Τους σταματούσαν στην ελιά. Μετά έλεγαν στο θύμα προχώρα . Πήγαινε κάτω και τον έσφαζαν . Οι άλλοι από πάνω τα βλέπανε. Σκεφτείτε ο τελευταίος τι είχε δει μέχρι να έρθει η σειρά του.

Χωρίς ίχνος υπερβολής μετά από 68 χρόνια ξέρουμε σχεδόν ακριβώς τον αριθμό των νεκρών. 751 στρατιωτικοί και 1008 άμαχοι . 787 στην πηγάδα, 226 σε ομαδικούς τάφους στο νεκροταφείο, 728 στα γύρω χωριά, 18 στην Καλαμάτα.

Η προπαγάνδα του ΚΚΕ φρόντισε αμέσως να αποδώσει τη σφαγή στην «δίκαιη αγανάκτηση του λαού». Η «ΛΑΙΚΗ ΝΙΚΗ» , στις 18/09/1944 έγραφε : «Προς την τρίτη ημέρα της μάχης στρατός και λαός σε μεγαλειώδη εξόρμηση καταλαμβάνουν την πόλη. Κατά εκατοντάδες οι Ταγματαλήτες παραδίδοντες, άλλοι στους αντάρτες, κι άλλοι στην οργή του λαού που σα θάλασσα ξεχύνεται στους δρόμους ζητώντας εκδίκηση».

Ο «κομμουνιστικός λαός», που «ζητούσε εκδίκηση», η ορδή των «συντρόφων» που ακολουθούσε το ΚΚΕ με την υπόσχεση της αρπαγής , όρμησε στον Μελιγαλά για καθολικό πλιάτσικο. ΕΛΑΣίτες και εφεδρο-ΕΛΑΣίτες, τα μέλη και οι φίλοι του ΕΑΜ άρπαξαν, τρόφιμα, χρυσαφικά, έπιπλα, ρούχα, παπούτσια, κλινοσκεπάσματα, προίκες κοριτσιών, τα καταστήματα λεηλατήθηκαν και η λεία φορτώθηκε σε κάρα που παίρε τον δρόμο για τα γύρω χωριά, ενώ εξαγριωμένοι κομμουνιστές έκαψαν δεκάδες σπίτια «αντιδραστικών».

Θύματα του πλιάτσικου ήσαν οι κάτοικοι του Μελιγαλά, αλλά και όλοι αυτοί που είχαν καταφύγει στην πόλη από τα γύρω μέρη, εκτός από τα μέλη και τους φίλους του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Τους επόμενους μήνες οι περισσότεροι κάτοικοι του Μελιγαλά δεν είχαν κατσαρόλες να μαγειρέψουν, ούτε κουτάλια και πιρούνια να φάνε.

Δελτίο των 11

Ελεύθερη σκέψη

Advertisements