Όταν ακούτε τους Νεοπαγανιστές ή τα θύματά τους, να πιπιλάνε την καραμέλα ότι δήθεν οι Χριστιανοί «κατέστρεψαν τον Ελληνικό πολιτισμό», και ότι «είναι οι νεκροθάφτες του Ελληνισμού», είναι καλό να γνωρίζετε μερικά ιστορικά στοιχεία, για να μη σας κοροϊδεύουν. Γιατί η ένδοξη αρχαία Ελλάδα, ήδη ΠΡΙΝ από την έλευση του Χριστιανισμού είχε πάψει να υπάρχει, από τους εσωτερικούς και εξωτερικούς πολέμους και την αλληλοφαγωμάρα. Ο Χριστιανισμός απλώς έβαλε την ταφόπλακα στον πολυθεϊστικό σκοταδισμό, και έδωσε μια νέα ώθηση και πνοή στον Ελληνισμό. Ο Χριστιανισμός ΔΙΕΣΩΣΕ τον Ελληνισμό από την πλήρη εξαφάνιση.

Πρέπει να θυμόμαστε πάντα σε τι κατάσταση ήταν ακριβώς πριν τον εκχριστιανισμό της η Ελλάδα, ειδικά η νότια, ώστε οι απάτες των αρχαιολατρών να μην ξεγελούν κανέναν. Οι Στράβωνας, Παυσανίας, Πολύβιος, Δίων Χρυσόστομος, Κικέρων, Πλούταρχος, είναι σύμφωνοι σ’ αυτό: απόλυτη παρακμή.

«Η Ήπειρος είναι τώρα στο μεγαλύτερό της τμήμα έρημη (..) ως και το ιερό της Δωδώνης μένει άφωνο σαν όλα τα γύρω. Έρημες είναι και οι ορεινές περιοχές ανάμεσα στην Μακεδονία, την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Έρημο και το ιερό χώμα της Ολυμπίας, στη διάθεση των ληστών και των κακοποιών. Έρημες η Αθαμανία και η Δολοπία. Η Αιτωλία και η Ακαρνανία διασχίζονται όχι πια από ανθρώπους, μα από κοπάδια αλόγων που βόσκουν. (…) Ανάμεσα στις πόλεις της Φωκίδας, η ανάμνηση των Δελφών είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για την καταστροφή των ανθρωπίνων μεγαλείων. Στην Βοιωτία, οι Θεσπιές, η Θήβα, δεν είναι παρά συνοικισμοί που δεν αξίζουν να αναφερθούν. Ο Πειραιάς είναι ένα χωριό με σκόρπια σπίτια (…) είναι πολύ σπάνιο να ταράζει τα νερά του κάποιο μεγάλο αιγυπτιακό καράβι. (..) Από εκατό πόλεις της Λακωνίας, τουλάχιστον οι εξήντα είναι ερειπωμένες και έρημες. Σε ένα μεγάλο τμήμα της Αργολίδας και της Αρκαδίας που ήταν άλλοτε περίφημη για τον πληθυσμό, τα τείχη τους οι ναοί τους δεν υπάρχουν πια, όπως η Μεγαλόπολη, που είναι έρημη, αφημένη στα κοπάδια και τα ερείπια. Η Κρήτη είναι νεκρή (…). Η δόξα της Χίου, των Κλαζομενών, της Σμύρνης δεν υπάρχει πια. Η Μίλητος είναι σκιά του εαυτού της. Η Παισός, η Άστυρα, η Πύρα και «μαζί μ’ αυτές πολλές αρχαίες αιολικές πόλεις» αποτελούν θλιβερή ανάμνηση των καλών ημερών. Η θάλασσα που τις αγκαλιάζει είναι τώρα μια επικίνδυνη φωλιά πειρατών. (..)

Ο Κικέρωνας, σαράντα πέντε χρόνια προ Χριστού: «Εκεί στην Ελλάδα άλλοτε υπήρχαν ακμάζουσες πόλεις. Τώρα αυτές κείτονται σε ερείπια«. (..)

Ο Δίων ο Χρυσόστομος λίγο αργότερα από τον Παυσανία, μας μιλά πολλές φορές για την έρημη Θεσσαλία, την χωρίς κατοίκους Αρκαδία, για τον Τάραντα, τους Μεταπόντιους, τον Κρότωνα, άφωνες και έρημες πολιτείες, μας περιγράφει για την έρημη και χωρίς κατοίκους Εύβοια, που κανένας πια δεν καλλιεργεί τα χωράφια της, η Εύβοια το νησί των νεκρών πόλεων, όπου τα σπαρτά ωριμάζουν στον περίβολο των ενδόξων τειχών, όπου τα αγάλματα των θεών και των ηρώων κείνται σαβανωμένα μέσα σε πυκνό χορτάριασμα και τα κοπάδια των ζώων βόσκοντας βεβηλώνουν τα αρχαία οικοδομήματα των πόλεων. Υπήρχε κάποτε η Ελλάδα. Τώρα «οι πέτρες και τα ερείπια των μνημείων είναι τα μόνα μέσα που θυμίζουν σ’ εκείνους, που επέζησαν, το χαμένο μεγαλείο και τη λαμπρότητα«.

(Orat. Xxxiii, vii)» (C. Barbagallo, Τα αίτια παρακμής της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Δημιουργία, σ. 267-270).

Ο Πλούταρχος, τον 2ο αι. μ.Χ., (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 8 (414a)) γράφει ότι «ολόκληρη η χώρα μόλις και μετά βίας θα μπορούσε να προσφέρει σήμερα τρεις χιλιάδες οπλίτες, όσους έστειλε μόνη της η πόλη των Μεγαρέων στις Πλαταιές» και ότι στη Βοιωτία κανείς «μπορεί να κάνει για ώρες να μη συναντήσει άνθρωπο πέρα από κανένα βοσκό».

«70 πόλεις των Ηπειρωτών, (λέγει ο Πολύβιος), ότι κατέστρεψε ο Αιμίλιος Παύλος (…) και έλαβε μεθ’ εαυτού 150 χιλιάδας αιχμαλώτους. (…) Σήμερον που είναι κατά μέγα μέρος η χώρα [=Ήπειρος] έρημος και πολλαί των κατοικιών και ιδίως των πόλεων έχουν εξαφανισθή, και αν ήθελε τις δυνηθή να καθορίση ταύτα λεπτομερώς, δεν θα προσέφερε καμίαν ωφέλειαν δια τους τόπους, των οποίων η μνήμη τρόπον τινά έσβησε, και των οποίων η ερήμωσις αρχίσασα από πολλού δεν έπαυσεν ακόμη» (Στράβων, 7, 3 (c322)).

«Ένεκα της τελείας ερημώσεως της χώρας [=Αρκαδίας], δεν είναι ορθόν να επιμείνωμεν επί της ιστορίας της. Αι πλέον επιφανείς άλλοτε πόλεις καταστράφηκαν ένεκα των συνεχών πολέμων χωρίς να αφήσουν ίχνη, αυτή δε η χώρα έπαυσε να κατοικήται και καλλιεργήται. (…) Η Αιτωλία επίσης και η Ακαρνανία, χώραι εξ ίσου ερημωμέναι (…) Σήμερα δε και αυτή η Μεγάλη Πόλις επαλήθευσε το λογοπαίγνιον του κωμικού ποιητού «το όνομά της είναι Μεγαλερημία και ουχί πλέον Μεγαλόπολις«» (Στράβων, 8, 1 (c388)).

«Η Μεγαλόπολη», γράφει δύο αιώνες μετά ο Παυσανίας (8, 33, 1), «είναι στο μεγαλύτερο μέρος της ερειπωμένη επί των ημερών μας». Δηλαδή η παρακμή συνεχιζόταν αδιάκοπα.

«Σήμερον η Μεσσηνία είναι κατά το πλείστον εγκαταλελειμμένη, χωρίς όμως τούτο να είναι κάτι το εκπληκτικόν, αφού και η Λακωνική ακόμη δύναται να μας δώσει την εντύπωσιν της ερημώσεως, εάν την συγκρίνωμεν προς ό,τι ήτο παλαιά. Διότι εκτός της Σπάρτης πρέπει να υπολογίσωμεν και τας τριάκοντα πολίχνας, αι οποίαι παλαιά υπήρχαν πέριξ της Σπάρτης» (Στράβων, Γεωγραφικά, 8, 11 (c 362)).

«Σήμερον και αυτός ο ναός των Δελφών έχει πάρα πολύ παραμεληθή (…) ο εις τους Δελφούς ναός είναι πτωχότατος τουλάχιστον εις μέταλλα πολύτιμα, αν όχι εις αφιερώματα» (Στράβων, 9, 4-8 (c419-420)).

«Οι συχνοί πόλεμοι κατερείπωσαν τα μακρά τείχη και το τείχος της Μουνιχίας και περιόρισαν τον Πειραιά εις μικράν κώμην πέριξ των λιμένων και του ναού του σωτήρος Διός» (Στράβων, 9, 15 (c395)).

«Οι Θήβες της Βοιωτίας έχουν το όνομά τους σήμερα περιορισμένο στην ακρόπολη μονάχα και σε λίγους κατοίκους. (…)  Και η Δήλος, αν εξαιρέσει κανείς τους Αθηναίους που στέλλονται για τη φρούρηση του ιερού, είναι έρημη από (γνήσιους) Δήλιους» (Παυσανίας, 8, 33, 2).

«Η Αργολίδα και η Λακωνία κλείνουν η μία ύστερα από την άλλη τα λαμπρά τους εργαστήρια όπλων. Τα ορυχεία του σιδήρου και του χαλκού της Εύβοιας εγκαταλείπονται. Η Αθήνα εγκαταλείπει για πάντα τα πλούσια μεταλλεία του Λαυρίου και τις από αιώνων κεραμουργικές βιομηχανίες της (…) ζει με τα δώρα των Ρωμαίων που θα της προμηθεύσουν τακτικά σιτάρι, τρόφιμα, θα πληρώσουν τους δημόσιους αγώνες της (…) Στα πρώτα της αυτοκρατορίας η Συνέλευση του Δήμου [της Αθήνας] περιόρισε τη δικαιοδοσία της και έφθασε στο σημείο να εγκρίνει μόνο διατάγματα επαίνων και τιμών, που υπαγορεύονταν «άνωθεν» και η παλιά Βουλή του Δήμου μετατράπηκε σιγά-σιγά σ’ ένα σώμα αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά για παρελάσεις» (C. Barbagallo, Τα αίτια παρακμής της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Δημιουργία, σ. 222, 224, 241).

Από αυτό το μαύρο χάλι έσωσε ο Χριστιανισμός την Ελλάδα. Από μια ασήμαντη, ερημωμένη και ουσιαστικά περιφρονημένη γωνιά μιας απέραντης αυτοκρατορίας, έγινε το κέντρο της, χάρη στο Χριστιανισμό και τον Μέγα Κωνσταντίνο, που έδωσαν στους Ρωμαίους Ελληνική συνείδηση. Οι κατηγορίες των αρχαιολατρών, πως με το Βυζάντιο αρχίζει η παρακμή της νότιας Ελλάδας είναι είτε προϊόν άγνοιας είτε εσκεμμένα ψέματα.

Γ. Τ.

ΟΟΔΕ

Advertisements