Συνέντευξη τού Σιλβέν Γκουγκενέμ, ιστορικού τού Μεσαίωνα, στον Βασίλη Νέδο

Ο Σιλβέν Γκουγκενέμ διώχθηκε από το Φράγκικο κατεστημένο, όταν τόλμησε να πει την αλήθεια για τη διάσωση τών βιβλίων τής αρχαίας Ελλάδος, όχι μόνο από τους Άραβες, (όπως ήθελαν οι Διαφωτιστικοί κύκλοι), αλλά και από την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που η Δύση θέλει να την αποκαλεί υποτιμητικά «Βυζάντιο». Στο ακόλουθο άρθρο, αναδημοσιεύουμε το σχετικό με το θέμα μας, τμήμα τής συνέντευξής του, που πήραμε από την Καθημερινή τής Κυριακής, που δημοσιεύθηκε κάτω από τον ακόλουθο τίτλο:

H Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί μόνη της

Ο ιστορικός Σιλβέν Γκουγκενέμ μιλάει για τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και τη λανθασμένη πορεία που έχει λάβει η Ε.Ε.
Συνέντευξη στον Βασίλη Νέδο

Πριν από τέσσερα χρόνια ένα βιβλίο του ιστορικού του Μεσαίωνα, κ. Σιλβέν Γκουγκενέμ προκαλούσε θόρυβο στη Γαλλία. Με τη μελέτη του «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ» (Εκδ. Ολκός) ο Γκουγκενέμ πρότεινε την εναλλακτική, βυζαντινή οδό της μετάδοσης της αρχαιοελληνικής γνώσης από την Ανατολή στη Δύση, προκαλώντας την αντίδραση μεγάλου τμήματος της ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία παραδέχεται ότι η αραβομουσουλμανική οδός ήταν η πλέον πολύτιμη γι’ αυτή τη μεταφορά. Η τεράστια ιδεολογική σύγκρουση δοκίμασε τον κ. Γκουγκενέμ, ο οποίος αντιμετώπισε ακόμη και την αμφισβήτηση της θέσης του ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Λυών. Ο κ. Γκουγκενέμ έχει στενές, προσωπικές σχέσεις με την Ελλάδα. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», μιλάει για τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και τη λανθασμένη, όπως λέει, πορεία που έχει λάβει η Ε.Ε.

Είστε γνωστός στο ελληνικό κοινό από το βιβλίο σας «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ». Στη μελέτη σας υποστηρίζετε ότι το έργο των αρχαίων Ελλήνων μεταφέρθηκε στη Δύση πρώτα μέσω του Βυζαντίου και όχι μέσω των αραβικών μεταφράσεων.

Δεν υποστήριξα ότι δεν υπήρξε μεταφορά γνώσης από τον μουσουλμανικό κόσμο. Υποστήριξα ότι υπήρξε επίσης μεταφορά γνώσης και από τον βυζαντινό κόσμο. Και η μεταφορά αυτή δεν άρχισε το 1453, αλλά τον 10ο αιώνα. Αφορούσε τη φιλοσοφία, τη ζωγραφική, την τέχνη. Επειτα έφθασαν τα κείμενα των ιστορικών, του θεάτρου κ.ά. Υπήρχαν δύο δρόμοι για την άφιξη της ελληνικής γνώσης στη δυτική Ευρώπη: ένας βυζαντινός και ένας αραβομουσουλμανικός.

Το πρώτο πλεονέκτημα της βυζαντινής οδού ήταν ότι τα ελληνικά κείμενα μεταφράζονταν απευθείας στα λατινικά. Τα κείμενα που έφθαναν από τον αραβικό κόσμο μεταφράζονταν αρχικά από τα ελληνικά στα αραβικά, έπειτα από τα αραβικά στα λατινικά: όσο περισσότερες μεταφράσεις, τόσο μεγαλύτεροι οι κίνδυνοι για λάθη.

Δεύτερο πλεονέκτημα: όλη η ελληνική γνώση έφθανε από το Βυζάντιο, όπου είχε συντηρηθεί άθικτη (Ιστορία, θέατρο, επιστήμες, φιλοσοφία). Αν σήμερα μπορούμε να διαβάζουμε την Ιλιάδα ή τους Διαλόγους του Πλάτωνα, αυτό το χρωστάμε στο Βυζάντιο, κάτι που δεν περιλαμβάνεται καν στην Ιστορία της Ευρώπης!

Ο μουσουλμανικός κόσμος δεν έδειξε ποτέ κανένα ενδιαφέρον για τον Ομηρο, το Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη. Η επιρροή του Αβερρόη ήταν βέβαια σημαντική, αλλά πίσω από τον Αβερρόη υπήρχε ο Αριστοτέλης. Επίσης, το βυζαντινό δίκαιο ήταν, σε μεγάλο βαθμό, το ρωμαϊκό δίκαιο (Ιουστινιάνειος Κώδικας, τα Βασιλικά). Και σε μεγάλο βαθμό, το γαλλικό δίκαιο, για παράδειγμα, στηρίζεται στο ρωμαϊκό δίκαιο.

Αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_17/06/2012_485594

πηγή

Advertisements