Σηφακάκης Βασίλειος

Φι­λό­λο­γος – Ἀν­τι­πρό­ε­δρος τοῦ Ο.Δ.Ε.Γ.

.

Ὁ ΟΔΕΓ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐκ­προ­σω­πῶ, ἀ­πο­δέ­χθη­κε μὲ χα­ρὰ τὴν πρό­σκλη­ση ποὺ μᾶς ἀ­πευ­θύ­να­τε, γιὰ τὴ συμ­με­το­χή μας στὴν Ἡ­με­ρί­δα αὐ­τὴ μὲ θέ­μα «Τὸ Γέ­νος σή­με­ρα-Προ­βλή­μα­τα καὶ λύ­σεις». Τὸ κύ­ριο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τος τοῦ Ὀρ­γα­νι­σμοῦ μας, ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ σας στὸ πρῶ­το τεῦ­χος του, εἶ­ναι ἡ γλῶσ­σα. Εἶ­ναι λοι­πὸν φυ­σι­κὸ νὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρη ἡ ση­με­ρι­νὴ Ἡμε­ρί­δα, ἀ­φοῦ καὶ ἡ γλῶσ­σα ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κὸ συ­στα­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ ἰ­σχυ­ρὸ συ­νε­κτι­κὸ δε­σμὸ ἑ­νὸς Ἔ­θνους.

Πρῶ­τα-πρῶ­τα θέ­λω νὰ σᾶς συγ­χα­ρῶ γιὰ τὴν πρω­το­βου­λί­α σας, νὰ ἀ­να­δεί­ξε­τε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν Ἡμε­ρί­δα αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ συ­νέ­χεια τῆς φυ­λῆς μας, μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ συ­στα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α πού τὴν ἀ­πο­δει­κνύ­ουν, σὲ και­ροὺς χα­λε­πούς, ὅ­πως τὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χή. Πο­λὺ τε­τριμ­μέ­νο εἶ­ναι νὰ ἀ­να­φερ­θῶ στὶς τά­σεις πού ἐ­πι­κρα­τοῦν σή­με­ρα, πού μὲ τὴν παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση τεί­νουν νὰ ἰ­σο­πε­δω­θοῦν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ὅ­λα ὅ­σα συν­θέ­τουν τοὺς ἐ­πὶ μέ­ρους πο­λι­τι­σμοὺς καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ τὸ δι­κό μας. Ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἐ­μᾶς μᾶς πο­λε­μοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο, για­τί φαι­νό­με­να, ὅ­πως τοῦ δι­κοῦ μας πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς δι­κῆς μας ἱ­στο­ρι­κῆς πα­ρου­σί­ας στὸν κό­σμο εἶ­ναι μο­να­δι­κά, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με ὄ­χι μό­νο τὸν φθό­νο ἀλ­λὰ τὴν ὀρ­γὴ καὶ τὸ μί­σος πολ­λῶν. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, χι­λι­ε­τι­ῶν. Δὲν εἴ­μα­στε Ἰν­δο­ευ­ρω­παῖ­οι, δὲν ἤλ­θα­με ἐξ Ἀνα­το­λῶν οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν Ἀ­φρι­κή, οὐ­δεὶς Δω­ρι­εὺς κα­τῆλ­θε ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ, ἀ­φοῦ κα­τοι­κοῦ­σαν ἀ­νέ­κα­θεν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ τὴν Κρή­τη, δὲν γί­να­με Σλά­βοι, δὲν ἐ­κτουρ­κι­στή­κα­με, δὲν γί­να­με Ἀλ­βα­νοί. Κι αὐ­τὰ τὰ λέ­γω για­τί ὑ­πάρ­χουν σχε­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες. Ἕλ­λη­νες εἴ­μα­στε ἀ­νέ­κα­θεν δι­ε­κή­ρυ­ξαν οἱ πρό­γο­νοί μας καὶ τὸ ἴ­διο λέ­με καὶ μεῖς σή­με­ρα καὶ μά­λι­στα μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α.

Ἡ αὐ­το­χθο­νί­α εἶ­ναι συ­χνὸ θέ­μα στοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς. Σχε­τι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ὑ­πάρ­χουν στὸν Ἡ­ρό­δο­το, στὸν Θου­κυ­δί­δη, στὸν Πλά­τω­να, στὸν Ἰ­σο­κρά­τη, στὸν Λυ­σί­α, στὸν Ἀ­ρι­στο­φά­νη, στὸν Πλού­ταρ­χο, στὸν Παυ­σα­νί­α, στὸν Δι­ό­δω­ρο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ σὲ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς καὶ σχο­λια­στὲς Ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν κει­μέ­νων. (Ἕλ­λη­νες ἀ­εὶ ἐ­σμέν, Ἀν­των. Ἀν­τω­νά­κου, ἐκ­δό­σεις Κάδ­μος 2007, σελ. 87 καὶ ἑ­ξῆς). Καὶ οἱ ἀ­να­φο­ρὲς δὲν ἀ­φο­ροῦν βέ­βαι­α μό­νον τοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἀ­θη­ναί­ους, ἀλ­λὰ καὶ τοὺς κα­τοί­κους τῆς Πε­λο­πον­νή­σου –Ἀρ­γεί­ους, Προ­σέ­λη­νους Ἀρ­κά­δες, Κυ­νου­ρί­ους,– τοὺς Ἐ­τε­ό­κρη­τες, τοὺς κα­τοί­κους τῆς Σα­μο­θρά­κης καὶ δὲν ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἦ­σαν ἔ­ξω­θεν φερ­μέ­νοι. Σή­με­ρα, γιὰ νὰ κλεί­σου­με τὸ θέ­μα αὐ­τό, μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­σθοῦ­με, στη­ρι­ζό­με­νοι σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α ὅ­τι ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἔ­χει βα­θει­ὲς ρί­ζες. Κι αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ἀ­δι­ά­σει­στα ἀ­πο­δει­κτι­κὰ πο­ρί­σμα­τα τῶν ση­με­ρι­νῶν ἐ­πι­στη­μῶν, πε­ρισ­σό­τε­ρο τῆς Βι­ο­λο­γί­ας, τῶν ἀ­να­σκα­φι­κῶν εὑρη­μά­των, τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν, ἀ­κό­μη καὶ τῆς λα­λέ­ου­σας τὰ ἀ­λη­θῆ Μυ­θο­λο­γί­ας μας. Ἡ ἴ­δια ἡ λέ­ξη μῦ­θος ση­μαί­νει λό­γος καὶ Μυ­θο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­φή­γη­ση λό­γων καὶ ὄ­χι πα­ρα­μυ­θι­ῶν. Νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς γε­νι­κὲς αὐ­τὲς ἀ­να­φο­ρές, ἀλ­λὰ ἂν ἀ­να­φερ­θεῖ κά­ποι­ος δι­ε­ξο­δι­κὰ στὰ ζη­τή­μα­τα αὐ­τὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὁ μό­νος ὁ­μι­λη­τής σ᾿ ὅ­λη τὴν Ἡ­με­ρί­δα καὶ πά­λι ὁ χρό­νος δὲν θὰ ἀρ­κοῦ­σε.

Ἀ­πο­τε­λοῦ­με, λοι­πόν, ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες ἕ­να πα­νάρ­χαι­ο Ἔ­θνος μὲ κοι­νοὺς δε­σμούς. Τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους προσ­δι­ο­ρί­ζει μὲ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­κρί­βεια ὁ Ἡ­ρό­δο­τος στὸ ἔρ­γο του (Οὐ­ρα­νί­α ἐ­δά­φιο 44) στὴν ἀ­πάν­τη­ση τῶν Ἀ­θη­ναί­ων πρὸς τοὺς Σπαρ­τιᾶ­τες. Στοὺς τε­λευ­ταί­ους, ποὺ φο­βή­θη­καν μή­πως οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι συν­θη­κο­λο­γή­σουν μὲ τὸν Ξέρ­ξη, οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ἀ­πάν­τη­σαν: «Τὸ ἑλ­λη­νι­κόν, ἐ­ὸν ὅ­μαι­μόν τε καὶ ὁ­μό­γλωσ­σον, καὶ θε­ῶν ἱ­δρύ­μα­τά τε κοι­νὰ καὶ θυ­σί­αι, ἤ­θε­ά τε τὰ ὁ­μό­τρο­πα, τῶν προ­δό­τας γε­νέ­σθαι Ἀ­θη­ναί­ους οὐκ ἂν ἔ­χοι», ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Ἔθνος εἶ­ναι ὅ­μαι­μον (ἔ­χει δηλ. κοι­νὴ φυ­λε­τι­κὴ κα­τα­γω­γή), ὁ­μό­γλωσ­σον, ἔ­χει να­ούς, ἀ­γάλ­μα­τα θε­ῶν καὶ θυ­σί­ες, ὅ­λα κοι­νά, ἤ­θη ὁ­μό­τρο­πα καὶ αὐ­τῶν δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νουν προ­δό­τες οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι. Ὁ προσ­δι­ο­ρι­σμὸς αὐ­τὸς τοῦ Ἡ­ρο­δό­του δὲν ἔ­χει ἀ­να­τρα­πεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸς πα­ρά­γων εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­στι­κός, –στὸν Ἡ­ρό­δο­το, φαί­νε­ται νὰ το­νί­ζε­ται ὁ ρό­λος τῆς Θρη­σκεί­ας,– δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ὅ­τι καὶ ἡ γλῶσ­σα εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς πα­ρά­γων γιὰ τὴν συ­νο­χὴ ἑ­νὸς Ἔθνους.

Δὲν ὑ­πάρ­χει σή­με­ρα ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη τῶν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν καὶ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­λά­χι­στες γλῶσ­σες παγ­κο­σμί­ως ποὺ ὁ­μι­λεῖ­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­δῶ καὶ χι­λιά­δες χρό­νια. Ἴ­σως ἀν­τί­στοι­χο πα­ρά­δειγ­μα μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με μό­νο στὴν Κι­νε­ζι­κή. Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι ἕ­νας ση­με­ρι­νὸς Ἕλ­λη­νας, μὲ μέ­τρι­ες γραμ­μα­τι­κὲς γνώ­σεις, θὰ μπο­ροῦ­σε κάλ­λι­στα νὰ συν­δι­αλ­λε­χθῆ μὲ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να τῆς κλασ­σι­κῆς ἐ­πο­χῆς, στὴν Ἀ­γο­ρὰ τῶν Ἀ­θη­νῶν, πα­ρὰ τὴ δυ­σκο­λί­α τῆς προ­σω­δια­κῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων. Μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα καὶ κά­ποι­ες ἀ­πό­ψεις ποὺ δι­α­κη­ρύσ­σουν ὅ­τι εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἡ ἀρ­χαί­α ἀ­πὸ τὴν νέ­α ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα. Αὐ­τοὶ ποὺ τὶς ἐκ­φρά­ζουν ἢ γνω­ρί­ζουν κα­λὰ τί κά­νουν καὶ ποι­ὰ συμ­φέ­ρον­τα ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν ἢ δὲν ξέ­ρουν τί τοὺς γί­νε­ται.  

Ἡ γλῶσ­σα αὐ­τή, μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πλέ­ον δε­δο­μέ­να καὶ ὄ­χι μὲ ὑ­πο­θέ­σεις, ὁ­μι­λεῖ­ται ἐ­δῶ καὶ 4.000 χρό­νια. Αὐ­τὸ στη­ρί­ζε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Β΄, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­θη­κε, ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­α δυ­να­τὸν ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Α΄, ἡ ὁ­ποῖα δὲν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­θη­κε πλή­ρως ἀ­κό­μη, καὶ στὴν ὁ­ποί­α στη­ρί­ζε­ται ἡ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Β΄, νὰ εἶ­ναι σαν­σκρι­τι­κά. Εἶ­ναι ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ὅ­τι ἐ­χρη­σι­μο­ποι­εῖ­το ἡ γραμ. Γρα­φὴ Β΄ τὸ 1450 π.Χ. ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χὲς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ἀ­κό­μη τὴ γραμ­μι­κὴ γρα­φὴ Α΄. Καὶ κά­νω λό­γο γιὰ μί­α πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μη πα­ρου­σί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας 4.000 χρό­νων, για­τί δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­δεί­ξου­με ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ Δι­σπη­λιοῦ τοῦ 5.260 π.Χ. ὁ­μι­λεῖ ἑλ­λη­νι­κά, πα­ρὰ τὸ ὅ­τι ὁ Γ. Χουρ­μου­ζιά­δης, Ἀρ­χαι­ο­λό­γος καὶ ἀ­να­σκα­φέ­ας θε­ω­ρεῖ πρό­γο­νο τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς, τὴ γρα­φὴ τοῦ Δι­σπη­λιοῦ. Ἀ­νά­λο­γα τέ­τοι­α δείγ­μα­τα γρα­φῆς ὑ­πάρ­χουν καὶ σὲ ἕ­να ἐ­νε­πί­γρα­φο σφον­δύ­λι τῆς συλ­λο­γῆς Στα­θά­του, τοῦ 5.000 π.Χ., σὲ μί­α προ­ϊ­στο­ρι­κὴ σφρα­γί­δα ἀ­πὸ τὰ Γι­αν­νι­τσὰ τοῦ 5.000 ἐ­πί­σης π.Χ. καὶ σὲ ὄ­στρα­κο ἀ­πὸ τὰ Γι­ού­ρα τῆς Ἀ­λον­νή­σου τοῦ 4.000 π.Χ. Καὶ ἐ­πει­δὴ δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ἀ­πὸ κα­νέ­να ὅ­τι ὁ προ­φο­ρι­κὸς λό­γος προ­η­γεῖ­ται τοῦ γρα­πτοῦ, μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με λό­γο γιὰ ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα του­λά­χι­στον 7.000 ἐ­τῶν καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ γιὰ Ἕλ­λη­νες ἀ­να­λό­γου, ἐ­πί­σης ἡ­λι­κί­ας. Καὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι δε­δο­μέ­να, χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑ­π᾿ ὄ­ψιν τὶς με­λέ­τες τοῦ Ἄ­ρη Που­λια­νοῦ καὶ ὁ­μά­δος Δι­ε­θνῶν ἐ­πι­στη­μό­νων, ποὺ ἀ­πέ­δει­ξαν ὅ­τι οἱ Σα­ρα­κα­τσά­νοι, ἀρ­χαι­ό­τα­το ἑλ­λη­νι­κὸ φῦλο, ὁ­μι­λεῖ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πρίν.

Ὅ­λα αὐ­τά, βέ­βαι­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι οὔ­τε ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε Ἰν­δο­ευ­ρω­παῖ­οι, οὔ­τε ἡ γλῶσ­σα μας εἶ­ναι Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ οὔ­τε καὶ τὸ ἀλ­φά­βη­τό μας Φοι­νι­κι­κό. Ἡ  θε­ω­ρί­α τοῦ Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­σμοῦ ἔ­χει τὶς ρί­ζες της στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ. Εἶ­ναι ἐ­φεύ­ρη­μα κυ­ρί­ως τῶν Γερ­μα­νῶν ποὺ πρω­το­στά­τη­σαν, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὴ νι­κη­φό­ρο γι᾿  αὐ­τοὺς ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν Να­πο­λε­ον­τεί­ων Πο­λέ­μων, συ­νέ­βα­λε καὶ αὐ­τὴ στὴν ἔ­ξαρ­ση τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἔ­πρε­πε νὰ βρε­θῆ ἕ­να Ἔ­θνος Ἀ­ρί­ων, ποὺ μὲ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του, ἀ­νά­με­σα σ᾿ αὐ­τὰ καὶ ἡ γλῶσ­σα νὰ ὑ­πε­ρέ­χη τῶν ἄλ­λων. Σὲ σχέ­ση μὲ τὴ γλώσ­σα, ἡ θε­ω­ρί­α στη­ρί­χθη­κε στὴ συγ­γέ­νεια τῶν λέ­ξε­ων ποὺ δη­λώ­νουν πρό­σω­πα ἢ πράγ­μα­τα. Ἡ ρί­ζα τῶν λέ­ξε­ων π.χ. μη­τέ­ρα-μά­ννα-μα­μά, πα­τέ­ρα καὶ πλή­θους ἄλ­λων, εἶ­ναι κοι­νὴ σ᾿ αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ρού­με­νες Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες. Δὲν δι­α­φω­νοῦ­με γι᾿ αὐ­τό. Ἀν­τὶ ὅ­μως νὰ ἀ­πο­δο­θῆ αὐ­τὴ ἡ συγ­γέ­νεια στὴν πιὸ ἀρ­χαί­α ἀ­πὸ τὶς σω­ζό­με­νες σή­με­ρα γλῶσ­σες, στὴν Ἑλ­λη­νι­κή, ἐ­φευ­ρέ­θη­κε ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τὴ γιὰ νὰ λύ­ση τὸ πρό­βλη­μα. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν οἱ Γερ­μα­νοὶ νὰ ἀ­πο­δώ­σουν πρω­τεῖ­α στοὺς Ἕλ­λη­νες καὶ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ πνεῦ­μα, σὲ μία ἐ­πο­χὴ μά­λι­στα ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα δὲν εἶ­χε κρα­τι­κὴ ὀν­τό­τη­τα. Θυ­μη­θεῖ­τε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως ὅ­τι μὲ τὸν πο­λι­τι­σμὸ μας προ­κα­λοῦ­με τὸ φθό­νο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­γω μὲ ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι Γερ­μα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες εἶ­ναι οἱ ἐγ­κυ­ρό­τε­ροι με­λε­τη­τὲς καὶ σχο­λια­στὲς τῆς Ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας. Ἀ­πὸ τό­τε βέ­βαι­α ἔ­χουν πε­ρά­σει πολ­λὰ χρό­νια καὶ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴ σκα­πά­νη καὶ ἔ­ρευ­να ἔ­φε­ρε στὸ φῶς πολ­λὰ νέ­α στοι­χεῖ­α τὰ ὁ­ποῖ­α στὴν πιὸ κα­λὴ πε­ρί­πτω­ση γιὰ τοὺς Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­στές, θέ­τουν ἐν ἀμ­φι­βό­λῳ τὴ θε­ω­ρί­α τους. Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες Ἀκα­δη­μα­ϊ­κοὺς νὰ ξε­χά­σουν ἢ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρή­σουν ὅ­σα ἔ­μα­θαν ὅ­ταν μα­θή­τευ­σαν στὰ Πα­νε­πι­στή­μια ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός τῆς Ἑλ­λά­δος. Θὰ ἦ­ταν ἐξ ἄλ­λου πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐν­τρυ­φή­σουν σ᾿ αὐ­τὰ τὰ νέ­α δε­δο­μέ­να καὶ νὰ ξε­κι­νή­σουν μί­α νέ­α δι­δα­σκα­λί­α, δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ μέ­χρι τώ­ρα ἐ­δί­δα­σκαν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τὴ καὶ στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Πα­νε­πι­στή­μια κα­λὰ κρα­τεῖ.     

Ἡ ἀρ­χαι­ό­τη­τα τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη. Νὰ ση­μει­ώ­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι οἱ πα­λαι­ό­τε­ρες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς Κι­νε­ζι­κῆς ἀ­νά­γον­ται στὸ 1.450 π.Χ., τῆς Ἑ­βρα­ϊ­κῆς στὸν 7ον αἰ. καὶ ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες γλῶσ­σες τὰ πρῶ­τα Γερ­μα­νι­κὰ κεί­με­να ἀ­νά­γον­ται στὸν 4ον αἰ. μ.Χ., τὰ Ἀγ­γλι­κὰ στὸν 8ο, τὰ Γαλ­λι­κὰ στὸν 9ο, τὰ Ἱ­σπα­νι­κὰ στὸν 10ο, τὰ Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Πορ­το­γαλ­λι­κὰ στὸν 12ο αἰ. μ.Χ. Πέ­ραν τῶν ὅ­σων ἀ­νε­φέρ­θη­σαν προ­η­γου­μέ­νως γιὰ τὶς ἀρ­χαι­ό­τα­τες μαρ­τυ­ρί­ες ὑ­πάρ­ξε­ως ἑλ­λη­νι­κῆς γρα­φῆς (Δι­σπη­λιό, Γι­ού­ρα κ.λ.π.) καὶ ἑ­πο­μέ­νως καὶ γλώσ­σας, ὑ­πάρ­χει καὶ πλῆ­θος ἄλ­λων στοὺς Ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς, ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό. Ὁ ἴ­διος ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­να­φέ­ρον­τας στὸ Ζ’ 169 τῆς Ἰ­λιά­δος ὅ­τι ὁ Προῖ­τος «γρά­ψας ἐν πί­να­κι πτυ­κτῶ… σή­μα­τα λυ­γρά», ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὄ­χι μό­νο γρα­φὴ ἀλ­λὰ καὶ σχε­τι­κὸ τε­τρά­διο. Τὴν ὕ­παρ­ξη αὐ­τοῦ του πτυ­κτοῦ πί­να­κος τε­τρα­δί­ου-βι­βλί­ου ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­ση καὶ ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη ἑ­νὸς Μυ­κη­να­ϊ­κοῦ ναυ­α­γί­ου στὴν Ἀρ­χαί­α Ἀν­τίφελ­λο, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα πο­λύ­τι­μα εὑ­ρή­μα­τα ἦ­ταν καὶ τὸ ἀρ­χαι­ό­τε­ρο βι­βλί­ο τοῦ κό­σμου, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε τό­τε. Τὸ βι­βλί­ο ἢ τε­τρά­διο ἀ­πε­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ δύ­ο ξύ­λι­να πτυσ­σό­με­να φύλ­λα ἑ­νω­μέ­να μὲ ἐ­λε­φαν­το­στέ­ϊ­νους ἁρ­μούς. Οἱ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν φύλ­λων δη­μι­ουρ­γοῦν κοι­λό­τη­τες μὲ ὀρ­θο­γώ­νιο πε­ρι­χεί­λω­μα, γε­γο­νὸς ποὺ ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι ἐ­γε­μί­ζον­το μὲ κά­ποι­ο ὑ­λι­κό, ἴ­σως κε­ρί, πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­χα­ράσ­σον­το τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ ναυά­γιο εἶ­ναι τοῦ 14ου ἢ 13ου π.Χ. αἰ. καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς γρα­φῆς πο­λὺ πρὶν τὰ Τρω­ϊ­κά. Ὁ Πλού­ταρ­χος ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Ἀ­γη­σί­λα­ος ἀ­νε­κά­λυ­ψε στὴν Ἀλί­αρ­το τὸν τά­φο τῆς Ἀλ­κμή­νης, μη­τέ­ρας τοῦ Ἡ­ρα­κλέ­ους ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα «πί­να­κα χαλ­κοῦν ἔ­χον­τα γράμ­μα­τα πολ­λά, θαυ­μα­στά, παμ­πά­λαι­α».

Στὴν Ὑ­πά­τη εὑ­ρέ­θη πα­λαι­ὰ τὶς στή­λη, ἔ­χου­σα ἐ­πι­γρα­φὴν «ἀρ­χαί­οις γράμ­μα­σιν», κα­τὰ τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. Ὁ Θυ­μοί­της συ­νέ­τα­ξε τὰς πρά­ξεις τοῦ Δι­ο­νύ­σου <ἀρ­χα­ϊ­κοῖς γράμ­μα­σιν χρη­σά­με­νος> κα­τὰ τὸν Δι­ό­δω­ρο τὸν Σι­κε­λι­ώ­τη. Ἡ Φαί­δρα στέλ­νει ἐ­πι­στο­λὴ στὸν Θη­σέ­α, πρὶν νὰ ἀ­παγ­χο­νι­στῆ, ὁ Ἀ­γα­μέ­μνο­νας γρά­φει ἐ­πι­στο­λὴ γιὰ νὰ κα­λέ­ση τὴν Ἰ­φι­γέ­νεια στὴν Αὐ­λί­δα, ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια γρά­φει καὶ αὐ­τὴ ἐ­πι­στο­λὴ γιὰ νὰ τὴν με­τα­φέ­ρουν οἱ «ξέ­νοι» στὶς Μυ­κῆ­νες, ὁ Εὐ­ρι­πί­δης ἀ­να­φέ­ρει στὴν Ἄλ­κη­στη ὅ­τι ὁ Ὀρ­φέ­ας εἶ­χε ἤ­δη κα­τα­γρά­ψει τὴ δι­δα­σκα­λί­α του σὲ Θρα­κι­ώ­τι­κες πι­να­κί­δες. Εἶ­ναι λοι­πὸν τό­σο πα­λαι­ὰ ἡ γρα­φὴ καὶ ἡ γλῶσ­σα μας, ὥ­στε νὰ μὴν εἶ­ναι Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ οὔ­τε ἡ γρα­φὴ μας Φοι­νι­κι­κή.

Ἡ γρα­φὴ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν 8ο π.Χ. αἰ., χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑ­π᾿ ὄ­ψιν μας τὴν ὁ­μοι­ό­τη­τα καὶ ἐν πολ­λοῖς τὴν ταυ­τό­τη­τα κά­ποι­ων γραμ­μά­των της μὲ τὴ γραμ. Γρα­φὴ Β΄. Τὸ ἀλ­φά­βη­το ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με σή­με­ρα εἶ­ναι τὸ Ἰ­ω­νι­κὸ-Ἀτ­τι­κό, με­τὰ τὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση τοῦ Εὐ­κλεί­δου, μὲ εἰ­σή­γη­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ρή­το­ρος Ἀρ­χί­νου, ποὺ ἔ­γι­νε τὸ 403-402 π.Χ. Ἀ­πὸ τὰ 27 ἀρ­χι­κὰ γράμ­μα­τα ἀ­φαι­ρέ­θη­σαν τὸ δί­γαμ­μα, τὸ κόπ­πα καὶ τὸ σαμ­πί. Τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖα δι­α­τη­ρή­θη­σαν ὅ­μως ὡς ἀ­ριθ­μοί. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ Ἰ­ω­νι­κὸ-Ἀτ­τι­κὸ ἀλ­φά­βη­το ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη τὸ Κο­ριν­θια­κὸ μὲ 24 γράμ­μα­τα, τὸ Κρη­τι­κὸ μὲ 21, τῆς Μι­λή­του μὲ 24, τὸ Χαλ­κι­δι­κὸ μὲ 25. Αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ρέ­λα­βαν οἱ κά­τοι­κοι τοῦ Λα­τί­ου ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ποί­κους τῆς Κύ­μης καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν, προ­σαρ­μό­ζον­τάς το στὴ γλώσ­σα τους. Εἶ­ναι τὸ ση­με­ρι­νὸ Λα­τι­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ 3/5 τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τῆς γῆς.  Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το κα­τά­γον­ται ἀ­κό­μη τὸ Ἐ­τρου­σκι­κό, τὸ Κυ­ρι­λλι­κό, τὸ ἀρ­χαῖ­ο Φρυ­γι­κό, τῆς Λυ­κί­ας τὸ Λυ­δι­κὸ καὶ ἄλ­λα ἀλ­φά­βη­τα τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας, τὸ Ἀρ­με­νι­κό, τὸ Κο­πτι­κό, τὸ Γοτ­θι­κὸ τὸ Ρου­νι­κὸ καὶ ἄλ­λα.

Ἡ ἐ­πι­στή­μη σή­με­ρα ἀ­να­ζη­τεῖ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ ἀλ­φα­βή­του σὲ δι­ά­φο­ρους λα­ούς. Ἔ­τσι οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ ἀ­νά­γουν στὸ πρω­το­χα­να­α­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το, στὴν Αἰ­γυ­πτια­κὴ καὶ Σι­να­ϊ­τι­κὴ γρα­φή, στὴν Σου­με­ρια­κὴ, τὴν Βα­βυ­λω­νια­κή, τὴν Ἀσ­συ­ρια­κή, ἄλ­λοι τὸ συν­δέ­ουν μὲ τὴν Κυ­πρια­κή, τὴν Χετ­τι­τι­κή, τὴν Οὐγ­κα­ρι­κή, ὁ Ἔ­βανς καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἄλ­λοι μὲ τὶς Μι­νω­ϊ­κὲς γρα­φές, ἄλ­λοι μὲ τὴ γλώσ­σα τῶν Φι­λι­σταί­ων, τῶν Ὑ­ξῶς τῆς Αἰ­γύ­πτου, χω­ρὶς νὰ ὑ­πάρ­χη ὁ­μο­φω­νί­α ἢ κά­ποι­α σύγ­κλι­ση. Τὸ πρό­βλη­μα γιὰ μᾶς εἶ­ναι ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ τρεῖς τοὐλά­χι­στον αἰ­ῶ­νες, τοὺς Σκο­τει­νοὺς χρό­νους (1.100-850 π.Χ.) δὲν ἔ­χου­με γρα­πτὰ κεί­με­να. Ἔ­τσι θε­ω­ρή­θη­κε ὅ­τι πή­ρα­με τὸ ἀλ­φά­βη­το ἀ­πὸ τοὺς Φοί­νι­κες. Ἡ ἐ­πι­στή­μη στη­ρί­χθη­κε στὴν πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Ἡ­ρο­δό­του καὶ στὸν Ἰ­ου­δαῖ­ο ἱ­στο­ρι­κὸ Ἰ­ώ­ση­πο. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, θέ­λον­τας νὰ πα­ρου­σιά­ση τοὺς Ἑ­βραί­ους ὡς τὸ κέν­τρο τοῦ Ἀρ­χαί­ου κό­σμου, θε­ω­ρή­θη­κε ἐν­τε­λῶς ἀ­να­ξι­ό­πι­στος ἀ­πὸ τὴν Ἐ­πι­στή­μη. Ὡ­στό­σο καὶ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δι­α­τυ­πώ­νει τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη. Τὸ σχε­τι­κὸ κεί­με­νο ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Οἱ δὲ Φοί­νι­κες… εἰ­σή­γα­γον δι­δα­σκαλία ἐς τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ δὴ καὶ γράμ­μα­τα, οὐκ ἐ­όν­τα πρὶν Ἕλ­λη­σιν, ὡς ἐ­μοὶ δο­κέ­ει…». Ἡ λέ­ξη γράμ­μα­τα, χω­ρὶς ἄρ­θρο μὲ τὴν ἀ­ο­ρι­στί­α της, μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νη ὅ­τι οἱ Φοί­νι­κες ἔ­φε­ραν κά­ποι­α γράμ­μα­τα, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­π᾿  αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν οἱ Ἕλ­λη­νες. Τὸ βά­ρος ὅ­μως πέ­φτει στὸ «ὡς ἐ­μοὶ δο­κέ­ει», ὅ­πως νο­μί­ζω, ὅ­πως ὑ­πο­θέ­τω, φαν­τά­ζο­μαι, μοῦ φαί­νε­ται… Ὁ ἴ­διος πα­ρα­κά­τω γιὰ νὰ δη­λώ­ση τὴ σι­γου­ριὰ του γρά­φει «ὡς  ἐ­μοὶ κα­τα­φαί­νε­ται», ποὺ ση­μαί­νει: Εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς σα­φές, ὁ­λο­φά­νε­ρο. «Τὸ δὲ Ἑλ­λη­νι­κόν, γλώσ­σῃ μέν, ἐ­πεῖ τε ἐ­γέ­νε­το, ἀ­εὶ κο­τε τῇ αὐ­τῇ δι­α­χρᾶ­ται, ὡς ἐ­μοὶ κα­τα­φαί­νε­ται εἶ­ναι», ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι: Εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες, ἀ­φ᾿ ὅ­του ὑ­πῆρ­ξαν χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­νέ­κα­θεν τὴν ἴ­δια γλώσ­σα. Πέ­ραν ὅ­μως τού­των εἶ­ναι γε­νι­κῶς πα­ρα­δε­κτὸ ὅ­τι ὁ Ἡ­ρό­δο­τος στὸ ἔρ­γο του ἔ­χει πολ­λὲς ἀ­να­κρί­βει­ες, κά­τι ποὺ δι­α­πί­στω­σε πο­λὺ ἐ­νω­ρὶς καὶ ὁ Θου­κυ­δί­δης.

Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὸν Ἡ­ρό­δο­το, πλῆ­θος ἄλ­λων Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ἀ­πο­δί­δει τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀλ­φα­βή­του σὲ δι­α­φό­ρους. Ὁ Δι­ό­δω­ρος ὁ Σι­κε­λι­ώ­της γρά­φει «ταῖς δὲ Μοῦσαις δο­θῆ­ναι πα­ρὰ τοῦ πα­τρὸς τὴν εὕ­ρε­σιν τῶν γραμ­μά­των». Ὁ Εὐ­ρι­πί­δης καὶ ὁ Στη­σί­χο­ρος τὰ ἀ­πο­δί­δουν στὸν Πα­λα­μή­δη. Ἄλ­λοι στὸν Σί­συ­φο. Ὁ Δι­ο­νύ­σιος ὁ Θρὰξ (2ος π.Χ. αἰ.) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ Γραμ­μα­τι­κὴ ἦ­το ἐν χρή­σει ἤ­δη πρὸ τοῦ Τρω­ϊ­κοῦ πο­λέ­μου. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι Γραμ­μα­τι­κοὶ ἀ­να­φέ­ρουν ὅ­τι ὁ Πυ­θα­γό­ρας ἔ­δω­σε στὰ γράμ­μα­τα τὴν μορ­φὴ ποὺ δι­α­τη­ροῦν σή­με­ρα. Τὰ ἐ­πί­θε­τα φοι­νι­κι­κὰ ἢ φοι­νί­κεια ἢ φοι­νι­κή­ϊ­α γράμ­μα­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἰ­δί­ω­μα τῶν Βοι­ω­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­έ­φε­ρον τὸ ω, ὡς οἱ, ἔ­λε­γον δηλ. φοι­νὴ ἀν­τὶ φω­νὴ ἢ ἀγ­κοί­νη ἀν­τὶ ἀγ­κώ­νη καὶ ἔ­τσι ἡ λέ­ξη φοι­νί­κεια εἶ­ναι φω­νί­κεια, ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἐ­γρά­φον­το μὲ κόκ­κι­νο χρῶ­μα, φοι­νι­κοῦν, καὶ ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἐ­γρά­φον­το σὲ φλοι­οὺς φοι­νι­κο­δέν­δρων ὀ­νο­μα­ζο­μέ­νους φοι­νί­και. Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­π᾿  αὐ­τά, ὅ­λοι συμ­φω­νοῦν ὅ­τι ἱ­δρυ­τὴς τῆς Φοι­νί­κης εἶ­ναι ὁ Ἕλ­λην Ἀ­γή­νωρ καὶ παι­διὰ του ὁ Κάδ­μος, ὁ Φοῖ­νιξ καὶ ἡ Εὐ­ρώ­πη. Μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο τὸ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­γρα­φαν πρὶν τὸν 11ο π.Χ. αἰ. εἶ­ναι πο­λὺ ἔω­λον καὶ σα­θρὸ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα, ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χουν ἀ­νευ­ρε­θεῖ γρα­πτὰ κεί­με­να τῆς πε­ρι­ό­δου 1.100-850 π.Χ. οἱ Ἕλ­λη­νες λη­σμό­νη­σαν τὴ γρα­φή τους καὶ πῆ­ραν ἔ­στω καὶ κά­ποια­ γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς Φοί­νι­κας. Νὰ δοῦ­με τί θὰ ποῦν οἱ Φοι­νι­κι­στὲς ὅ­ταν ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴ σκα­πά­νη θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψη καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α πρὶν ἀ­πὸ τὴν οἰ­νο­χό­η τοῦ Δι­πύ­λου, τοῦ 8ου π.Χ αἰ., τὴν ἀρ­χαι­ο­τέ­ρα μαρ­τυ­ρί­α ἑλ­λη­νι­κῆς γρα­φῆς τῆς «ἱ­στο­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου», ποὺ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α γρά­φει: «ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ, ΤΟΤΟ ΔΕΚΑ ΜΙΝ» ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι: Ὅποι­ος τώ­ρα ἀ­π᾿ ὅ­λους τούς χο­ρευ­τὲς χο­ρεύ­ει πιὸ ἁ­πα­λά, αὐ­τὸ θὰ δο­θῆ σ᾿ αὐ­τόν.

Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν δι­α­μά­χη γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ γέ­νε­ση τῆς γρα­φῆς εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο ὅ­τι ἡ γλῶσ­σα μας ἐ­χρη­σι­μο­ποι­εῖ­το καὶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἡ ἴ­δια ἀ­πὸ τοὺς Μυ­κη­να­ϊ­κοὺς χρό­νους, ποὺ δι­α­σώ­ζον­ται γρα­πτὰ μνη­μεῖ­α μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ λε­ξι­κὸν LIDDELL-SCOTT, Κων­ταν­τι­νί­δου ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ ση­με­ρι­νὴ γλῶσ­σα δι­α­τή­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­χαί­α τὰ ἑ­ξῆς στοι­χεῖ­α: α) Τὸ λε­ξι­λό­γιο, β) τὴ δή­λω­ση προ­σώ­πων καὶ ἀ­ριθ­μῶν στὰ ρή­μα­τα μὲ κα­τα­λή­ξεις καὶ ὄ­χι μὲ ἀν­τω­νυ­μι­κὰ ἐ­πι­θή­μα­τα, γ) τὴν μο­νο­λε­κτι­κὴ δή­λω­ση τῶν δι­α­θέ­σων τοῦ ρή­μα­τος π.χ. λύ­ω, λύ­ο­μαι, δ) πτω­τι­κὲς κα­τα­λή­ξεις στὰ κλι­τὰ μέ­ρη τοῦ λό­γου, οὐ­σι­α­στι­κὰ ἐ­πί­θε­τα κ.λ.π. ε) τὰ τρί­α γέ­νη, στ) τὴν κί­νη­ση τοῦ τρι­συλ­λα­βι­κοῦ τό­νου, ζ) τὴν συν­θε­τι­κὴ δύ­να­μη, η) τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη το­πο­θέ­τη­ση στὴ σύν­τα­ξη τῶν λέ­ξε­ων, θ) τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δύ­να­μη, δη­μι­ούρ­γη­σε π.χ. δύ­ο μέλ­λον­τες, στιγ­μια­ῖο καὶ δι­αρ­κεί­ας.

Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς γραμ.γρα­φῆς Β΄ προ­έ­κυ­ψε πλῆ­θος λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴν ἐ­πο­χὴ αὐ­τὴ καὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται μὲ τὴν ἴ­δια ση­μα­σί­α μέ­χρι σή­με­ρα. Εἶ­ναι πο­λὺ συγ­κι­νη­τι­κὸ νὰ ξέ­ρου­με ὅ­τι ἡ για­γιὰ ποὺ λέ­γει σή­με­ρα τὴ λέ­ξη κού­τσου­ρο, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἴ­δια λέ­ξη ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πρὶν ἀ­πὸ 3.500 χρό­νια τοὐ­λά­χι­στον. Μί­α ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἀ­νε­γνώ­ρι­σε ὁ Βέν­τρις εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποι­μήν: Πό­με-ποι­μέ­νο, πο­μέ­νε, ποι­μὴν-ποι­μέ­νος, ποι­μέ­νες. Σι­γὰ σι­γὰ προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρο τὸ λε­ξι­λό­γιο τῶν πι­να­κί­δων τῆς γρα­φῆς αὐ­τῆς ἦ­το Ἑλ­λη­νι­κόν, ἂν καὶ ὁ Βέν­τρις εἶ­χε ξε­κι­νή­σει τὴν ἔ­ρευ­νά του μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἑλ­λη­νι­κά.  Ἀ­να­φέ­ρω κά­ποι­ες ἀ­π᾿ αὐ­τὲς : Τὸ σι­τά­ρι ἐ­λέ­γε­το σ ι τ o, τό κρι­θά­ρι κι­ρι­τo, (κρι­θή),  τό ἀ­λεύ­ρι μ ε ρ ε u ρ ο, μέ­λευ­ρο, ἄλευ­ρο, (εἶναι πο­λύ συ­χνή ἡ ἐναλ­λα­γή τοῦ ρ μέ τό λ ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα πού λέ­με π.χ. ἦλ­θε, ἦρ­θε), τό ἀ­ρα­πο­σί­τι ρ α π ο σ ι τ α, ὁ ἀρ­το­ποι­ός a ρ τ ο π ο π ο. Tό κρα­σί F ο ν ο, βοί­νος, οἶ­νος, λα­τι­νι­κά vinum, λέ­ξη πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν σή­με­ρα ὅ­λες οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κές γλῶσ­σες. Τό λά­δι ε λ α F ο ν-ἔλαι­ον, τό αὐ­γό Ω F ο ν, ὠόν. Πολ­λά κα­ρυ­κεύ­μα­τα φα­γη­τῶν, ὅπως σ ε ρ ι ν o-σέ­λι­νο, μ α ρ α F o-μά­ρα­θο, κ υ μ ι ν ο -κύ­μι­νο, κ α ρ δ α μ ι j α-κάρ­δα­μο, ση­σά­μι, μ ε ρ ι-μέ­λι, βρυ F α- βρού­βα, ἄλ­λες λέ­ξεις γιά νά μήν τίς λέ­γω ὅπως ἀ­να­γνω­ρί­στη­καν δῆμος, ἱε­ρεύς, τέ­με­νος, θυ­γά­τηρ, το­ξό­της, κυ­νη­γέ­της, χρυ­σός, χαλ­κός, χι­τών, θώ­ρα­κες, λευ­κός, πέ­δι­λα, πε­ρυ­σι­νά, ε ρ ε π α-τ ο ἐλέ­φας-ντος, τ ι ρ ι π ο-τρί­πους, ἀ­ριθ­μη­τι­κά κ ε τ ο ρ ο-τέσ­σα­ρα, ε ν ε F ο-ἐν­νέ­α, F ι κ α τ  ι-εἴκο­σι, ὅπως στά Δω­ρι­κά. Στὶς πι­να­κί­δες αὐ­τὲς βρέ­θη­καν καὶ ὀ­νό­μα­τα ὅ­πως Κνω­σσός, Ἀ­μνι­σός. Ὀ­ρέ­στας, Δι­ό­νυ­σος, Ξοῦ­θος, Ἕ­κτωρ, Λα­τῶ, Ἀ­θά­να-Πότ­νια καὶ πολ­λὲς ἄλ­λες. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι κά­τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δεί­ξη μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη πει­στι­κό­τη­τα τὴν συ­νέ­χεια τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας, τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ φο­ρέ­ως τους τῶν Ἑλ­λή­νων, τοῦ Ἔ­θνους μας.

Ἡ ἀρ­χαι­ό­τη­τα αὐ­τή, ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ μο­να­δι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας μας φαί­νε­ται ἐ­πί­σης ἀ­πὸ πλῆ­θος λέ­ξε­ων καὶ ἐκ­φρά­σε­ων ποὺ τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ἴ­δι­ες καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­χτες σή­με­ρα ὅ­πως ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἀ­πὸ τὸν Ὅ­μη­ρο, τὸν Ἡ­σί­ο­δο, τοὺς με­γά­λους τρα­γι­κούς μας καὶ ὅ­λους τούς Ἀρ­χαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Ὁ  Ὅ­μη­ρος ποὺ μᾶς φαί­νε­ται σή­με­ρα τό­σο ἀ­κα­τά­λη­πτος, εἶ­ναι πα­ρὼν σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου στὸ κα­θη­με­ρι­νό μας λε­ξι­λό­γιο. Καὶ λέ­γω σχε­δόν, για­τί πο­λὺ λί­γες λέ­ξεις τῶν Ὁμη­ρι­κῶν Ἐ­πῶν δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα. Ἡ ὁ­μη­ρι­κὴ αὐ­δὴ (φω­νὴ) δὲν ἐ­πι­ζεῖ, ἀλ­λὰ λέ­με ἄ­ναυ­δος ἢ ἀ­πηύ­δη­σα. Τὸ ὕ­δωρ ἔ­γι­νε νε­ρό, ἀλ­λὰ ὅ­λοι λέ­γουν ὑ­δρο­φό­ρος, ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο, ὑ­δρο­γό­νο κ.λ.π. Τὸ πῦρ ἔ­γι­νε φω­τιὰ ἀλ­λὰ τὰ συν­θε­τι­κὰ πυ­ρο­σβέ­στης, πυρ­κα­ϊ­ά, πυ­ρα­σφά­λεια κ.λ.π. εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α λέ­ξη. Ἡ πα­νάρ­χαι­α ρί­ζα ἂρ- ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴ γῆ ἔ­δω­σε πολ­λὲς συ­νη­θι­σμέ­νες λέ­ξεις, ὅ­πως ἄ­ρο­τρο, ἀ­ρου­ραῖ­ος, ἀ­ρά­χνη, ἀρ­βύ­λα, Ἄρ­γος, Ἀρ­κα­δί­α, ἄ­ριος κ.λ.π. Ἔ­τσι ἔ­χου­με κα­θη­με­ρι­νὲς λέ­ξεις ὅ­πως ἀ­χθο­φό­ρος, ἀ­λε­ξί­πτω­το, λω­πο­δύ­της, νο­σταλ­γί­α, ὀ­ξυ­δερ­κής, θα­μῶ­νας, ὑ­πο­βρύ­χιο, ναύ­της, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ συν­θε­τι­κά τους εἶ­ναι Ὁ­μη­ρι­κά. Καὶ αὐ­τὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐν­δει­κτι­κὰ ὡς πα­ρά­δειγ­μα ἀ­φοῦ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ ἀρ­χαῖ­ος λό­γος ἐ­πι­ζεῖ σή­με­ρα στὴ γλώσ­σα μας, μὲ τὶς με­τα­βο­λὲς ποὺ φυ­σι­κὰ ἐ­πι­φέ­ρει ὁ χρό­νος.                                                               

Ὡ­στό­σο πλῆ­θος με­τα­φο­ρι­κῶν καὶ πα­ροι­μια­κῶν ἐκ­φρά­σε­ων ἐ­πι­βι­ώ­νουν στὴ ση­με­ρι­νὴ γλώσ­σα μὲ τὴν ἴ­δια ση­μα­σί­α ποὺ ἐ­λέ­γον­το πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἀ­να­φέ­ρω κά­ποι­ες ἐν­δει­κτι­κά. Ἔ­λε­γον οἱ Ἀρ­χαῖ­οι καὶ λέ­με καὶ ἐ­μεῖς σή­με­ρα: «Ἀ­ρώ­σι­μοι γὰρ χα­τέ­ρων γύ­αι» (Σοφ. Ἀν­τι­γό­νη): Ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια. «Εἰ τὶς σπεῖ­ραι κα­κὰ κέρ­δια ἀ­μή­σειν» (Ἡ­σί­ο­δος): Ὅ,τι σπεί­ρεις θὰ θε­ρί­σης. «Λύ­κος, ποι­μὴν» (ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἀρ­σε­νί­ου): Βά­λα­με τὸ λύ­κο νὰ φυ­λά­η τὰ πρό­βα­τα. «Τὸν πά­θει, μά­θος» (Ἀ­γα­μέ­μνων): Ὁ πα­θός, μα­θός. «Πέμ­πειν ἐς κό­ρα­κας» (Ἀ­ρι­στο­φά­νης): Ἄει στὸν κό­ρα­κα. «Ἅ­πτε­σθαι ξύ­λου» (Ἀ­ρι­στο­φά­νης): Χτύ­πα ξύ­λο. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν ἑ­κα­τον­τά­δες τέ­τοι­ες ἐκ­φρά­σεις, οἱ ὁποῖ­ες λέ­γον­ται κα­θη­με­ρι­νά καί ἀ­πό μορ­φω­μέ­νους καί ἀ­πό ἀ­μόρ­φω­τους ἀν­θρώ­πους, μά­λι­στα χω­ρίς ἰδι­αί­τε­ρη σκέ­ψη, ἐξ ἐν­στί­κτου, θά λέ­γα­με, πρᾶγ­μα πού φα­νε­ρώ­νει ἀμε­σώ­τε­ρα τό δέ­σι­μο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να μέ τήν Ἀρ­χαί­α του γλῶσ­σα, τόν πο­λι­τι­σμό του καί τήν κα­τα­γω­γή του.

Καὶ ὅ­μως, πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ κα­νεὶς δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ ὅ­τι σή­με­ρα ἡ κρί­ση τῶν θε­σμῶν ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει καὶ τὴ χώ­ρα μας. Ἔ­χουν πλη­γεῖ χά­ριν τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποι­ή­σε­ως ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α ἐ­κεῖ­να ποὺ συν­θέ­τουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ μας γε­νι­κό­τε­ρα καὶ κυ­ρί­ως ἡ γλῶσ­σα. Ὁ κα­τή­φο­ρος εἶ­χε ξε­κι­νή­σει τὸ 1976 μὲ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο καὶ συ­νε­χί­στη­κε τὸ 1982 μὲ τὴ θε­σμο­θέ­τη­ση, μέ­σα σὲ μί­α νύ­κτα, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ συ­στή­μα­τος γρα­φῆς. Συ­νε­χί­στη­κε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ Φι­λό­λο­γοι, κα­θη­γη­τὲς Πα­νε­πι­στη­μί­ων, πρό­τει­ναν στὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τὴν ἐ­πι­βο­λὴ τῆς φω­νη­τι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ ἁ­πλο­ποι­ή­σεις στὴ γρα­φή, ὅ­πως τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ ω, τῶν ει, η, υ ἀν­τι­κα­θι­στών­τας τα μὲ τὸ ο καὶ τὸ ι ἀν­τι­στοί­χως.

Ἡ γλῶσ­σα μας, ἡ ἀρ­χαι­ο­τά­τη ἀλ­λὰ πάν­τα σύγ­χρο­νη καὶ ζῶ­σα, αὐ­τὴ ἡ γλῶσ­σα ποὺ ἐμ­πλού­τι­σε ὄ­χι μό­νο τὴ Λα­τι­νι­κή, ἀλ­λὰ καὶ τὶς κυ­ρι­ώ­τε­ρες Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες, ποὺ ἔ­χει συν­δε­θεῖ μὲ τὸ ἀλ­φά­βη­τό μας, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πο­στῆ μεί­ω­ση μὲ τὴν κα­τάρ­γη­σή της ἀ­πὸ μᾶς τοὺς ἴ­διους. Εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ δε­χθοῦ­με ὡς Ἕλ­λη­νες τὴν με­ταμ­φί­ε­ση τῆς γρα­φῆς μας μὲ τὴν κα­τάρ­γη­ση πολ­λῶν γραμ­μά­των της, ποὺ δὲν πέ­ρα­σαν στὸ Λα­τι­νι­κὸ ἀλ­φά­βη­το καὶ μὲ τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ ἄλ­λα, ὑ­πο­τί­θε­ται ἠ­χη­τι­κῶς πα­ρα­πλή­σια γράμ­μα­τα. Ὅ­ταν ἄλ­λοι λα­οί, ὅ­πως π.χ. Γάλ­λοι καὶ Ἱ­σπα­νοί, μά­χον­ται ἕ­ως σή­με­ρα νὰ δι­α­τη­ρή­σουν μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α του λε­πτο­μέ­ρεια τὸν τρό­πο γρα­φῆς τῶν  κει­μέ­νων τους μὲ τὸ δι­κό τους ἀλ­φά­βη­το, ἐ­δῶ μὲ τὴν δι­και­ο­λο­γί­α τῆς δῆ­θεν δι­ευ­κό­λυν­σής μας στὴν Παγ­κό­σμια ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ἡ ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀλ­φα­βή­του τῶν 2.500 καὶ πλέ­ον χρό­νων μὲ τὸ Λα­τι­νι­κό. Θε­ω­ροῦ­με ἀ­νό­σια ἀλ­λὰ καὶ ἀ­νό­η­τη κά­θε προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τι­κα­τα­στα­θῆ ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ γρα­φὴ στὸ λί­κνο της….

Πέ­ρα ἀ­π᾿ αὐ­τὰ εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὸ Σχο­λεῖ­ο δὲν κά­νει κα­λὰ τὴ δου­λειά του. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Γραμ­μα­τι­κῆς, τοῦ Συν­τα­κτι­κοῦ, τῆς Ἐ­τυ­μο­λο­γί­ας, τοῦ ὀρ­θοῦ το­νι­σμοῦ τῶν λέ­ξε­ων ἔ­χουν ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ἴ­δια ἡ Ο.Λ.Μ.Ε. ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν αὔ­ξη­ση τῶν ὡ­ρῶν δι­δα­σκα­λί­ας τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στὴν πρώ­τη τά­ξη τοῦ Λυ­κεί­ου, τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ τὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το. Πολ­λοὶ Φι­λό­λο­γοι, ἀ­κό­μη καὶ  κα­θη­γη­τὲς Πα­νε­πι­στη­μί­ου μά­χον­ται τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν. Καὶ ὅ­μως ὁ με­γά­λος δά­σκα­λος Ἰ­ω­άν­νης Κα­κρι­δῆς, Δη­μο­τι­κι­στὴς καὶ ὁ ἴ­διος, γρά­φει στὸ φι­λο­λο­γι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ΠΛΑΤΩΝ τὸ 1986: «Ἡ γλῶσ­σα μας ἀρ­γο­πε­θαί­νει, τῆς λεί­πει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μό­νο ὅ­ποι­οι γνω­ρί­ζουν Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ μπο­ροῦν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν σω­στὰ τὴν Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Δη­μο­τι­κή».

Εἶ­ναι, λοι­πόν, ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­νω­θῆ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἀρ­χαί­ω­ν Ἑλ­λη­νι­κῶν στὰ Σχο­λεῖ­α μας. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἔ­ρευ­νες τοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κοῦ Κέν­τρου, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Δι­α­γνω­στι­κῆς Ψυ­χο­λο­γί­ας τῆς χώ­ρας μας, ποὺ δι­ήρ­κε­σαν τρί­α χρό­νια, ἔ­χουν ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι ἡ ἐκ­μά­θη­ση τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν καὶ τῆς σω­στῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας ἐ­πι­δρᾶ θε­τι­κὰ στὶς ὀ­πτι­κο­αν­τι­λη­πτι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ λει­τουρ­γί­ες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τὶς ἀ­να­πτύσ­σει μὲ ἐ­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό. Τὸ παι­δὶ ἐ­ξα­σκεῖ­ται σὲ ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο σύν­θε­το ὀ­πτι­κὸ ἐ­ρέ­θι­σμα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ὡ­ρι­μά­ζουν τα­χύ­τε­ρα οἱ ἀν­τι­λη­πτι­κὲς καὶ οἱ ὀ­πτι­κές του λει­τουρ­γί­ες. Αὐ­τὸ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­φυ­λά­ξη τὸν μα­θη­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση ὁ­ρι­σμέ­νων μορ­φῶν δυ­σκο­λί­ας μα­θη­σια­κοῦ τύ­που, τῆς δυσ­λε­ξί­ας δη­λα­δή.

Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη ἀ­κό­μη νὰ ἐ­πα­νέλ­θη τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ καὶ ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ ὀρ­θο­γρα­φί­α. Ἡ Δια­ρκὴς Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος, ἀ­νά­με­σα σὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους φο­ρεῖς καὶ προ­σω­πι­κό­τη­τες ζή­τη­σε, στὴ συ­νε­δρί­α­σή της τῆς 19.10.2005, τὴν ἐ­πα­να­φο­ρά του μὲ τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­α: «Εἶ­ναι ὀ­φθαλ­μο­φα­νὲς ὅ­τι ἡ χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ δὲν βελ­τί­ω­σε τὴν ὀρ­θο­γρα­φι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν μα­θη­τῶν, ὅ­πως προσ­δο­κοῦ­σαν οἱ ὀ­πα­δοί του. Ἀν­τι­θέ­τως ἀ­πο­κό­πτει τοὺς νέ­ους μας ἀ­πὸ τὶς πα­λαι­ό­τε­ρες μορ­φὲς τῆς μί­ας καὶ ἑ­νια­ίας γλώσ­σας. Ἐ­πὶ πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν πει­ρά­μα­τα καὶ με­λέ­τες ψυ­χιά­τρων ποὺ κα­τέ­δει­ξαν ὅ­τι ἡ χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ αὔ­ξη­σε τὴ δυσ­λε­ξί­α στὰ παι­διά. Ἐξ ἄλ­λου οἱ μα­θη­τὲς δι­δά­σκον­ται τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ σύ­στη­μα στὸ μά­θη­μα τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν, ὁ­πό­τε ἡ πα­ράλ­λη­λη χρή­ση τοῦ μο­νο­το­νι­κοῦ μό­νο σύγ­χυ­ση προ­κα­λεῖ». Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ γρά­φει κά­ποι­ος πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀρ­θο­γρα­φη­μέ­να, πλη­σιά­ζει τὴν ἐ­τυ­μο­λο­γί­α τῶν λέ­ξε­ων καὶ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ κα­λύ­τε­ρα καὶ μὲ τὰ κλασ­σι­κὰ κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὰ θε­ό­πνευ­στα κεί­με­να τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, τὰ Πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας ὑ­μνο­γρα­φί­α, κα­θὼς καὶ μὲ τὶς με­γά­λες μορ­φὲς τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς μας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τῆς Ἐ­θνι­κῆς μας ταυ­τό­τη­τος στὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης.

     Ἐ­πει­δὴ σᾶς κού­ρα­σα, θέ­λω νὰ σᾶς πῶ ἀ­κό­μα, ὅ­τι ἡ ὑ­πό­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὶς με­γά­λες ἀ­ξί­ες τῆς φυ­λῆς μας, τοῦ Ἔ­θνους μας, ἡ θρη­σκεί­α, ἡ γλῶσ­σα, οἱ πα­ρα­δό­σεις μας, τὰ ἤ­θη καὶ τὰ ἔ­θι­μά μας, οἱ πα­τρο­πα­ρά­δο­τοι θε­σμοί μας, εἶ­ναι προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πό μᾶς. Μὴν πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ κα­νέ­να βο­ή­θεια. Ἂς εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι. Κα­θέ­νας ἀ­πὸ μᾶς νὰ ἐ­νερ­γῆ σὰν νὰ ἔ­χη χρέ­ος, αὐ­τὸς μό­νος, νὰ σώ­ση τὸν κό­σμο. Ὅ­ταν προ­στί­θε­ται ἡ δύ­να­μη τοῦ κα­θε­νὸς στὴ συλ­λο­γι­κὴ προ­σπά­θεια, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξουν κα­τα­στά­σεις, νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν ἔρ­γα, ποὺ ἐ­φαί­νον­το στὴν ἀρ­χὴ ἀ­κα­τόρ­θω­τα.

Τί­πο­τε δὲν χά­θη­κε, ὅ­μως ἀ­κό­μη. Μπο­ρεῖ νὰ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­με τὸ φίλ­τα­τον φώ­νη­μα μὲ τὰ ἐ­με­τι­κὰ γκρί­κλις, μπο­ρεῖ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­ναι Ἑλ­λη­νι­κὸ νὰ κα­τα­φρο­νεῖ­ται καὶ νὰ πε­ρι­φρο­νεῖ­ται, ὡ­στό­στο ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­νά­στα­σης δὲν ἀρ­γεῖ. Κι ἂν τὸ κῦ­μα τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι στὸν πά­το τώ­ρα, θὰ δώ­ση μί­α ν᾿ ἀ­νε­βῆ πά­λι στὴν κορ­φή, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἐ­λύ­της. Καὶ ὁ Τσά­τσος στὸ βι­βλί­ο του «Γλῶσ­σα καὶ Ἔ­θνος» γρά­φει: «Ὅ­σο πιὸ προ­ηγ­μέ­νος εἶ­ναι ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἑ­νὸς Ἔθνους, τό­σο πιὸ πλού­σι­ες εἶ­ναι οἱ λέ­ξεις σὲ προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ οὐ­σί­α. Κά­θε λα­ὸς ἔ­χει τὴ γλώσ­σα ποὺ τοῦ ἀ­ξί­ζει. Εἶ­ναι ὁ ἀ­δι­ά­ψευ­στος μάρ­τυ­ρας τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς του συ­νέ­χειας καὶ τὸ ὅ­τι εἴ­μα­στε ἕ­να Ἔθνος φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ δη­λώ­νω ὅ­τι θέ­λω νὰ εἶ­μαι κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, ξε­πε­ρα­σμέ­νος κι ἀ­γράμ­μα­τος, μπρο­στὰ στοὺς δῆ­θεν προ­ο­δευ­τι­κούς, για­τί ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς γλώσ­σας μου εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τῆς ψυ­χῆς μου. Εἶ­μαι Ἕλ­λη­νας μὲ χι­λι­ε­τί­ες πί­σω κι ἀρ­νοῦ­μαι νὰ ἀ­πο­βάλ­λω αὐ­τὸ τὸ βά­ρος καὶ τὴν τι­μὴ».

Αὐ­τὸ λέ­με καὶ ἐ­μεῖς καὶ ἂς ἔλ­θουν ὅ­σοι ἐ­χθροὶ θέ­λουν κα­τὰ τὸν ποι­η­τή, ντυ­μέ­νοι φί­λοι. Ἡ φτέρ­να τους δὲν θὰ δέ­ση μὲ τοῦ­τον τὸν τό­πο. Δὲν θὰ χα­θοῦ­με, θὰ μεί­νη καὶ μα­γιὰ για­τί χρω­στᾶ­με σ᾿ ὅ­σους ἤρ­θα­νε καὶ θὰ ᾿ρθοῦ­νε. Κλεί­νω μὲ τὰ λό­για πά­λι τοῦ Ἐ­λύ­τη: «Ἕ­να γε­ρὸ μελ­τέ­μι νἄρ­θει νὰ κα­θα­ρί­ση τὸν τό­πο ἀ­π᾿ ὅ­λων τῶν λο­γι­ῶν τῆς τουρ­κιᾶς καὶ τῆς γη­ραι­ᾶς Εὐ­ρώ­πης τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια, τοῦ Βορ­ρᾶ τὰ πτη­νὰ καὶ τῆς Ἀ­να­το­λῆς τὰ θη­ρί­α, ποὺ δὲν πῆ­γε ὁ νοῦς τους πὼς ἐ­δῶ καὶ 3.000 χρό­νια ὁ ἴ­διος λα­ός, στὴν ἴ­δια γῆ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ λέ­η τὸν οὐ­ρα­νὸ-οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴ θά­λασ­σα-θά­λασ­σα».

.

* ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ, ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, 2011

Advertisements